ΑΝΤΙΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
Αφήστε τους κάτοικους αυτής της χώρας να φαντασιώνονται πως κατάγονται από τους αρχαίους Ελληνες. Αρκεί που ο ίδιος ήλιος που φώτισε κάποτε τον Περικλή λάμπει ακόμα πάνω στα κεφάλια τους.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

1. Κύπρος 1974-2009: Δεν ξεχνώ! 

Οι θηριωδίες Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων  στα χωριά Atlilar, Murat Aga, Sandalar, Taskent, Tatlitsu και Terazi.

2. Οι εκτός ύλης ερωτήσεις στην Ελλάδα...Της Αντιεθνικιστικής Κίνησης.

3. Μια διαφορετική ματιά στο "μεγαλύτερο Έλληνα όλων των εποχών". Της Αμαλίας Αλτίνου.

4. Μάχη της Κρήτης: Ελληνικοί μύθοι και ιστορική πραγματικότητα. Του Πάνου Παπαδόπουλου.

Γνωστοποίηση: Όλα τα ενυπόγραφα άρθρα αποδίδουν τις απόψεις των συγγραφέων.

 

ΚΥΠΡΟΣ 1974-2009 : ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!

Οι θηριωδίες Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων  στα χωριά Atlilar, Murat Aga, Sandalar, Taskent, Tatlitsu και Terazi.

 
   Στις 19 Αυγούστου  1974 αποκαλύφθηκαν  μαζικές εκτελέσεις Τούρκων στο χωριό Atlilar. Στις 20 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε  εκταφή  πτωμάτων από  ομαδικό τάφο έξω από το χωριό. Ξένοι δημοσιογράφοι, παρατηρητές του ΟΗΕ και στρατιώτες της ειρηνευτικής δύναμης UNFICYP παραβρέθηκαν στην μακάβρια διαδικασία που προκάλεσε διεθνές σοκ. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Τούρκοι στρατιώτες που έφθασαν στο χωριό αντίκρυσαν μία εικόνα ολικής καταστροφής. Το χωριό είχε σαρωθή σαν να το χτύπησε τυφώνας. 


   Ο Αλί Χουσεϊν ένας βοσκός από το χωριό και δύο ηλικιωμένοι που είχαν γλυτώσει κρυμμένοι στα χωράφια έδωσαν τις πρώτες πληροφορίες. Στις 14 Αυγούστου εισέβαλαν στο χωριό ένοπλοι Ελληνοκύπριοι επικεφαλής των οποίων ήσαν αξιωματικοί από την Ελλάδα. 57 χωρικοί δεμένοι πισθάγκωνα οδηγήθηκαν έξω από το χωριό και εκτελέσθηκαν με ριπές αυτομάτων όπλων. Τα πτώματά τους θάφτηκαν σε μία φρεσκοσκαμμένη τάφρο και σκεπάστηκαν με χώμα που το έσπρωξε μπουλντόζα. Το βαρύ  μηχάνημα ισοπέδωσε τον ομαδικό τάφο μετατρέποντας τα πτώματα σε μία άμορφη μάζα ανάμικτη με χώματα.
  Δέκα ημέρες αργότερα αποκαλύφθηκε άλλος ομαδικός τάφος κοντά στο χωριό Murat Aga με 100 διαμελισμένα πτώματα  από τα χωριά Murat Aga και Atlilar. Πολλά ανήκαν σε μικρά παιδιά. Αυτόπτες μάρτυρες επιβεβαίωσαν πως επικεφαλής των εκτελεστών ήσαν αξιωματικοί από την Ελλάδα. Η εκταφή των πτωμάτων πραγματοποιήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1974 παρουσία ξένων δημοσιογράφων, παρατηρητών του ΟΗΕ και στρατιωτικών της ειρηνευτικής δύναμης.
  Μεταξύ αυτών που επέζησαν της σφαγής ήταν ο 65χρονος δάσκαλος και ιμάμης του χωριού Νιχάτ Μουσταφά. Κατάφερε να σωθεί μαζί με τον αδελφό του Κεμάλ και την σύζυγό του κρυμμένος σε ένα σπίτι. Παρέμενε κρυμμένος για αρκετές ημέρες μέχρι την στιγμή που αντίκρυσε να καταφθάνει ένα τζιπ του Τουρκικού στρατού. Στην κατάθεση που έδωσε σε Τούρκους αξιωματικούς ανέφερε μεταξύ άλλων: "Δεν μας χρειάζεται πιά το σχολείο αφού όλα τα παιδιά εκτελέσθηκαν από τους Έλληνες. Δεν ξέρω πια τι να κάνω στην ζωή  μου. Δεν έχω  την δύναμη ούτε να προσευχηθώ". Η φωτογραφία του Νιχάτ Μουσταφά (από κάτω) να θρηνεί μπροστά στα διαμελισμένα πτώματα των μαθητών του  έκανε τον γύρο του κόσμου. Στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ.


    Ολα τα θύματα στα χωριά  Atlilar, Murat Aga και Sandallar ήσαν γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι. Οι άντρες των τριών χωριών είχαν μεταφερθεί και τοποθετήθηκαν σαν ανθρώπινες ασπίδες στο Ελληνοκυπριακό στρατόπεδο Μαγκόσα κοντά στην Αμμόχωστο.
 
Οι σφαγές στα χωριά  Taskent, Tatlitsu και Terazi.

  Στις 14 Αυγούστου 1974 το μικτό Ελληνοτουρκικό χωριό Taskent (Τοκίνη) στην περιοχή Λεμεσσού της νότιας Κύπρου, χτυπήθηκε από μία φοβερή τραγωδία. Ολοι οι άρρενες κάτοικοι ηλικίας 13 έως 74 ετών οδηγήθηκαν σε υπαίθριο χώρο από Έλληνες και Ελληνοκύπριους οπλοφόρους και δολοφονήθηκαν μαζικά μαζί με 15 άλλους κάτοικους των χωριών Tatlisu και Terazi.
     Αρχικά οι Τουρκοκύπριοι κλείσθηκαν στο Ελληνικό σχολείο του χωριού μέσα στο οποίο υπήρχαν αξιωματικοί από την Ελλάδα. Την επόμενη ημέρα τους έβαλαν σε δύο πούλμαν και τους μετέφεραν μακριά. Συνολικά 89 άνθρωποι οδηγήθηκαν στο σημείο της μαζικής εκτέλεσης.

 
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ


    Ο Σουάν Χουσεϊν Καφαντάρ, μοναδικός επιζών  από το χωριό Taskent, ανέφερε τα εξής:
   "Μας οδήγησαν σε ένα χωράφι και μας διέταξαν να βγούμε από τα λεωφορεία. Περικυκλωμένοι από Ελληνες οπλοφόρους υποχρεωθήκαμε να παραδώσουμε τις ταυτότητες και τα τιμαλφή μας. Στην συνέχεια μας επέτρεψαν να καπνίσουμε και μερικοί  άναψαν τσιγάρα.
   Ξαφνικά και χωρίς καμμιά προειδοποίηση άνοιξαν πυρ εναντίον μας με αυτόματα όπλα. Χτυπήθηκα από  σφαίρες και έπεσα κάτω μαζί με άλλους. Τα πεσμένα σώματα σχημάτιζαν σωρό. Αν και τραυματισμένος διατήρησα τις αισθήσεις μου. Είδα τους Ελληνες να περπατούν πάνω στους πεσμένους και να τους πυροβολούν στο κεφάλι. Ηταν κάτι  τρομερό. Με προσπέρασαν νομίζοντας ότι είμαι νεκρός. Μετά από λίγο σύρθηκα έξω από τον σωρό των σκοτωμένων. Τότε συνειδητοποίησα γιατί δεν με είχαν αποτελειώσει. Στο κεφάλι μου υπήρχαν σκορπισμένα τα μυαλά ενός νεκρού άντρα που βρισκόταν ακριβώς από πάνω μου.
  Καθώς σύρθηκα μακρυά από τον φοβερό εκείνο χώρο είδα και δύο άλλους που είχαν γλυτώσει. Ήσαν πληγωμένοι. Τους πλησίασα για να τους βοηθήσω αλλά ο ένας μου είπε να τους αφήσω και να φύγω γιατί δεν είχαν καμμιά ελπίδα. Με παρακάλεσε να μεταφέρω σε όλους αυτό που είχε συμβεί. Λίγο αργότερα οι Ελληνες ξαναγύρισαν και τους αποτελείωσαν. Χρειάσθηκαν αρκετές ημέρες για να φθάσω σε ένα Τουρκικό χωριό. Εκεί έμαθα πως ήμουν ο μοναδικός επιζών από την σφαγή στο χωριό μου"


      Μόλις έγινε γνωστή η συγκλονιστική μαρτυρία του Καφαντάρ, οι εκπρόσωποι του ΟΗΕ προσπάθησαν να διερευνήσουν το περιστατικό αλλά οι Ελληνοκύπριοι αρνήθηκαν να επιτρέψουν την πρόσβαση στον τόπο της τραγωδίας. Οι Τουρκοκύπριοι που βρίσκονταν κρατούμενοι στο δεύτερο λεωφορείο δεν βρέθηκαν ποτέ. Εκτελέσθηκαν με τον ίδιο  τρόπο και θάφτηκαν σε σημείο που δεν ήταν δυνατόν να εντοπισθή γιατί βρίσκεται στον Ελληνοκυπριακό τομέα.
   Οι γυναίκες του χωριού Taskent μπόρεσαν να φύγουν γιά την Βόρεια Κύπρο τρεις μήνες αργότερα. Αναχώρησαν στις 25 Οκτωβρίου 1974 κάτω από την προστασία του ΟΗΕ. Ενα καινούργιο Τουρκικό χωριό με το ίδιο όνομα Taskent στήθηκε κοντά στην Λευκωσία. Η θέση του ομαδικού τάφου στην νότια Κύπρο εντοπίσθηκε από τον ΟΗΕ αλλά άδεια γιά εκταφή των πτωμάτων δεν δόθηκε ποτέ από την Ελληνοκυπριακή κυβέρνηση.

Διαβάστε επίσης:

Οι εκτός ύλης ερωτήσεις στην Ελλάδα...

Κουίζ της Αντιεθνικιστικής Κίνησης

Διαβάστε επίσης:

Μια διαφορετική ματιά στο "μεγαλύτερο Έλληνα όλων των εποχών".

 Της Αμαλίας Αλτίνου.

         

Στον διαγωνισμό που οργάνωσε ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ ο Μέγας Αλέξανδρος ψηφίσθηκε ως ο μεγαλύτερος Έλληνας όλων των εποχών. Πώς έφτασε όμως ο λεγόμενος «μεγάλος στρατηλάτης» ως την άλλη άκρη του κόσμου; Πέρα από τον μύθο, υπάρχουν και οι σφαγές στη διάρκεια των κατακτητικών εκστρατειών…

Μια εναλλακτική ματιά πάνω στους «Μεγάλους» της ιστορίας, ανάμεσά τους και στο «Μέγα» Αλέξανδρο, προσφέρει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του, «Ο μύθος των ‘μεγάλων’ της ιστορίας». Για «νοθεία της ιστορίας» κάνει λόγο ο συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι πρόσωπα του δημόσιου βίου που πρωταγωνιστούν σε αποτρόπαια εγκλήματα θεωρούνται ιερά και αδιαμφισβήτητα, σε μια προσπάθεια συγκάλυψης των εγκλημάτων, ή έστω ωραιοποιημένα υπό το μανδύα του ηρωισμού και της ανδρείας που επέδειξαν για την «εξαγωγή» του πολιτισμού στους «βάρβαρους» κι «απολίτιστους».

«Δήμιοι και τύραννοι λαών ηρωοποιούνται, εξευγενίζονται και εξεικονίζονται με φωτοστέφανο. Απόπειρα κριτικής έρευνας γύρω από παρόμοια πρόσωπα θεωρείται συχνά βέβηλη και αντεθνική πράξη! Εδραιώνεται έτσι η φήμη ηγεμόνων που πρέπει να προκαλούν φρίκη και απέχθεια και να θεωρούνται όνειδος για την ανθρωπότητα. Νομιμοποιείται η παραχάραξη της ιστορίας από την εκάστοτε εξουσία και τιμώνται οι εξωνημένοι υμνωδοί και αυλοκόλακες».

«Μέγας ο Αλέξανδρος που υποδούλωσε τις ελεύθερες και αυτόνομες ελληνικές πόλεις και κατέλυσε τους ελεύθερους θεσμούς και το πολίτευμα της γνήσιας δημοκρατίας – συμφορά για τους Έλληνες και την ανθρωπότητα – προκαλώντας την παρακμή του κλασικού πολιτισμού. Μέγας ο Αλέξανδρος που γέμισε την Ελλάδα και την Ασία με πτώματα και ερείπια», αναφέρει ο συγγραφέας στο εν λόγω βιβλίο.

Μετά το φόνο του πατέρα του, Φιλίππου Β', ο Αλέξανδρος Γ' ο Μακεδών, εξοντώνει όλους τους συγκληρονόμους του θρόνου για να αναλάβει την εξουσία. Η είδηση για τη δολοφονία του Φίλιππου «προκάλεσε γενική έκρηξη χαράς στις ελληνικές πόλεις», σημειώνει ο συγγραφέας. Ακολούθησε ο ξεσηκωμός των ελληνικών πόλεων που διεκδικούν την ανεξαρτησία και αυτονομία τους. Μόνο οι Θεσσαλοί παρέμειναν υπάκουοι στην μακεδονική μοναρχία. Πολλές περιοχές όπως η Αιτωλία, Αμβρακία, Ήλιδα, Αρκαδία, Αργολίδα, εκδιώκουν τους πράκτορες του Φιλίππου και ανασυγκροτούν την άμεση δημοκρατία, αναφέρει το βιβλίο.

Για την καταστολή του ξεσηκωμού των ελληνικών πόλεων ο Αλέξανδρος οργανώνει εκστρατεία στην νότια Ελλάδα για την κατάπνιξη των ανταρσιών και τον εξαναγκασμό των πόλεων να αναγνωρίσουν την κυριαρχία του νέου μονάρχη. Στο πλαίσιο αυτό, συγκαλείται το 2ο Συνέδριο της Κορίνθου το οποίο αναγνωρίζει τον Αλέξανδρο ως “στρατηγό αυτοκράτορα” και επανεπικυρώνει το σχέδιο “κοινής” εκστρατείας κατά των Περσών, με το σύνθημα της εκδίκησης για τις ελληνικές συμφορές πριν ενάμισι αιώνα, σημειώνει ο συγγραφέας. Ωστόσο, τα δύο Συνέδρια της Κορίνθου (το πρώτο, την εποχή του Φίλιππου) αποτελούν συνέπεια καταναγκασμού και οι αποφάσεις τους «αποτελούσαν εντολές της μακεδονικής μοναρχίας και όχι προϊόν ελεύθερων διαβουλεύσεων», επισημαίνει ο Κ. Σιμόπουλος.

Στο πλαίσιο αυτό συντελείται και το ολοκαύτωμα της Θήβας. Τις σφαγές και τη λεηλασία ακολούθησε η αιχμαλωσία όλων των παιδιών της πόλης, ενώ «έδωσε εντολή να ξεθεμελιωθεί η Θήβα», προκειμένου να αποθαρρύνει κάθε ένοπλη εξέγερση. Τόσο κατά τον Πλούταρχο, όσο και κατά τον Πολύβιο, η ολοκληρωτική καταστροφή της Θήβας απέβλεπε στον εκφοβισμό των υπόλοιπων Ελλήνων ώστε να μην προβούν σε ένοπλο αγώνα και να υποταχθούν στην μακεδονική μοναρχία.

Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία, συντελούνται σφαγές ελληνικών πόλεων, τις οποίες είχε αναλάβει να απελευθερώσει από τον περσικό ζυγό. Οι περισσότερες συνθηκολόγησαν και όσες αντιστάθηκαν υπέστησαν συμφορές. Ακόμα και η εντολή του Αλέξανδρου για κατάλυση των ολιγαρχικών καθεστώτων και αποκατάσταση της παραδοσιακής αυτονομίας και των δημοκρατικών θεσμών υπήρξε – κατά τον συγγραφέα – «μια υποκριτική εξαγγελία για να προσελκύσει τη συμπάθεια των μικρασιατικών πόλεων και να αποτρέψει την ένοπλη αντίστασή τους». Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, η στάση του Αλέξανδρου απέναντι σε κάθε ελληνική πόλη, εύνοια ή διωγμός, καθοριζόταν από την υποταγή ή όχι των κατοίκων.

Η κατάκτηση των ασιατικών χωρών συνοδευόταν από ολοκληρωτική καταστροφή και εγκλήματα, αναφέρει ο συγγραφέας. Ισοπέδωση πόλεων, σφαγή πληθυσμών, εμπρησμοί, βασανιστήρια. Στην Τύρο της Συρίας, το 332 π.Χ., ενώ έπεσαν οι υπερασπιστές της πόλης μετά από πολύμηνη πολιορκία, ο Αλέξανδρος έκανε σκλάβους τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ θανάτωσε με σταύρωση 2000 νέους της Τύρου. Τον ίδιο χρόνο στη Γάζα, μετά την άλωσή της, διέταξε να σφαγιαστούν όλοι οι νέοι, πάνω από 10.000 στο σύνολό τους. «Ήταν τόσο συστηματική η τρομακτική σφαγή κατά την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας που, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι Μακεδόνες, ‘τα σπαθιά στόμωσαν, παραμορφώθηκαν, καθώς λιάνιζαν τα κορμιά’».

Όπως παρατηρεί ο Κ. Σιμόπουλος, οι βαρβαρότητες του Αλέξανδρου συγκλόνιζαν τους αρχαίους συγγραφείς, ακόμα και τους υμνητές του, που αναφέρονται στις ομαδικές σφαγές πληθυσμών μετά την άλωση και τα ολοκαυτώματα περιοχών όπως στη Φοινίκη και στη Σογδιανή (332π.Χ.), στην Ινδία (326 π.Χ.), στη Ζάγρο (323 π.Χ.) κ.α. Παράλληλα, ο συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική και στην αντιμετώπιση του Αλέξανδρου απέναντι στα ίδια τα μνημεία και έργα τέχνης του ανατολικού πολιτισμού, αρκετά από τα οποία υπέστησαν εμπρησμούς και κατεδαφίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η καταστροφή της Περσέπολης, που κατά τον Διόδωρο ήταν η πλουσιότερη πόλη του κόσμου. «Μετά την άλωση οι Μακεδόνες εξόντωσαν όλους τους άνδρες και ρίχτηκαν στη διαρπαγή».

«Οι βαρβαρότητες θα ολοκληρωθούν με την ολοσχερή καταστροφή του πολυφημισμένου στην οικουμένη για τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τα ιστορικά κειμήλια ανακτορικού συγκροτήματος. Μνημεία και σημαντικά έργα τέχνης που αποτελούσαν μια δυναμική σύνθεση και πλούσια ενότητα πολιτιστικών παραδόσεων και τεχνοτροπιών, ασσυριακών και αιγυπτιακών αλλά και με έκδηλες επιρροές του ελληνικού πολιτισμού διαμέσου της Ιωνίας».

Με την κατάκτηση του περσικού κράτους, ο Αλέξανδρος αισθάνεται ως Ασιάτης μονάρχης και νόμιμος διάδοχος του Κύρου, αναφέρει ο συγγραφέας. Υπάρχει πλέον μια μεγάλη αυτοκρατορία, της οποίας η Ελλάδα αποτελεί απλά μια ασήμαντη, μακρινή επαρχία, συμπληρώνει. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος υιοθετεί το μεγαλείο και τη χλιδή της περσικής Αυλής καθώς και την απολυταρχική συμπεριφορά των Ασιατών ηγεμόνων. «Αξιώνει να τιμάται ως Πέρσης μονάρχης, κάτι απαράδεκτο για το εκστρατευτικό σώμα που έχει γαλουχηθεί με άλλες παραδόσεις. Προσεγγίζει και περιποιείται τους Ασιάτες μεγιστάνες, εξευτελίζει και θανατώνει τους Ελληνομακεδόνες». Μετά το φόνο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται ως κληρονόμος της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Αδελφοποιείται με την άρχουσα τάξη, διαβεβαιώνοντας τους αυλικούς και αξιωματούχους του Δαρείου ότι είναι προστάτης και σύμμαχός τους. Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, ο Αλέξανδρος μεταμορφώθηκε σε γνήσιο μονάρχη της Ανατολής.

«Ο Αλέξανδρος περιβάλλεται από Πέρσες αξιωματούχους, συμπεριφέρεται ως Ασιάτης μονάρχης. Σατράπες και αριστοκράτες της Περσίας συνωστίζονται στην Αυλή του. Και βίος αναίσχυντος ατιμωτικής κραιπάλης», γράφει ο Κ. Σιμόπουλος. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για «εκπερσισμό» του Αλέξανδρου, στον οποίο «οφείλεται και η εμφάνιση στον ελληνικό κόσμο και στους κατοπινούς αιώνες, του τίτλου «βασιλεύς» με τις παρεπόμενες ιδιότητες – απολυταρχία, μεγαλοπρέπεια, χλιδή κτλ. Δεν ήταν άγνωστος στην προαλεξανδρινή εποχή αλλά δεν ταυτιζόταν με την απόλυτη εξουσία».

Όσον αφορά στις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών από την Ευρώπη στην Ασία και το αντίστροφο, ο Κ. Σιμόπουλος κάνει λόγο για βάρβαρη μέθοδο. Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι η εν λόγω τακτική είχε στόχο τη δημιουργία μιας νέας, συναδελφωμένης κοινότητας με τις επιμιξίες και τους συγγενικούς δεσμούς, ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει ένα άλλο επιχείρημα. «Η βίαιη μετακίνηση πληθυσμών αποτελούσε πάντοτε μια βάρβαρη αλλά ασφαλή μέθοδο σκλαβωμού ή ηθικού αφοπλισμού λαών και ανθρώπινων ομάδων, πολιτική που ακολούθησαν πάμπολα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους τόπους».

Δημοσιεύτηκε στις 20-5-2009 από την Αμαλία Αλτίνου της ομάδας ΤVXS, στον δικτυότοπο http://www.tvxs.gr/v12051

  Διαβάστε επίσης:

Μάχη της Κρήτης:

 Ελληνικοί μύθοι και ιστορική πραγματικότητα

Του Πάνου Παπαδόπουλου.

Πόσο σημαντική ήταν τελικά η μάχη της Κρήτης για την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Ένας ακόμα νεοελληνικός ιστορικός μύθος

Η ιστορία λίγο πολύ γνωστή: Μετά την υποχώρησή τους από την ηπειρωτική Ελλάδα, τα συμμαχικά στρατεύματα (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, κάποιοι από τους τελευταίους μάλιστα ήταν Μαορί) καταφεύγουν στην Κρήτη, όπου και διατάσσονται να οργανώσουν την άμυνα του νησιού απέναντι στους επελαύνοντες Γερμανούς. Οι Γερμανοί εισβάλλουν στο νησί με αλεξιπτωτιστές στις 20 Μαΐου 1941 και μετά από λυσσώδεις και σχετικά πολύνεκρες μάχες, στις οποίες συμμετείχαν και τμήματα του ελληνικού στρατού αλλά και πολλοί (μη ένστολοι) πολίτες, κατακτούν την Κρήτη την 1 Ιούνη.

 Η μάχη της Κρήτης ήταν σημαντική από πολλές απόψεις. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που χρησιμοποιήθηκαν τόσο εκτενώς αερομεταφερόμενα στρατεύματα. Για πρώτη φορά στον Β’ ΠΠ οι άμαχοι αντιστέκονται εναντίον των Ναζί, χρησιμοποιώντας μάλιστα ακόμα και μαγκούρες για να αντιμετωπίσουν τους ουρανοφερμένους στρατιώτες. Ήταν επίσης η πρώτη φορά που η Βρετανοί έκαναν χρήση των αποκωδικοποιημένων μηνυμάτων του συστήματος Enigma των Γερμανών. Το αποτέλεσμα της μάχης, με τις βαριές απώλειες των Γερμανών, έκανε τον Χίτλερ να αλλάξει άποψη για τις δυνατότητες των αλεξιπτωτιστών και να μην τους ξαναχρησιμοποιήσει μέχρι το τέλος του πολέμου. Στην αντίπερα όχθη, οι σύμμαχοι εντυπωσιάστηκαν από τους αλεξιπτωτιστές και χρησιμοποίησαν πολλές φορές αυτό το όπλο, ιδίως κατά την απόβαση στη Νορμανδία, με αρκετή μάλιστα επιτυχία.

Στην Ελλάδα όμως κυκλοφορεί ευρέως και μια άλλη άποψη για τη σημασία της μάχης της Κρήτης. Σύμφωνα με αυτή, η αντίσταση που συνάντησαν οι Γερμανοί στην Κρήτη ανάγκασε τον Χίτλερ να αναβάλει για 1 μήνα την εκστρατεία εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα) με αποτέλεσμα να τους βρει απροετοίμαστους ο χειμώνας, να οργανωθούν καλύτερα οι Σοβιετικοί, να αποτύχει η εκστρατεία και τελικά να χάσουν τον πόλεμο. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία δια της υπουργού παιδείας παρέστη στη φετινή εκδήλωση μνήμης και έκανε δηλώσεις, από τα κρατικά κανάλια (ΝΕΤ) στα σχετικά ρεπορτάζ και από διάφορους σχετικούς και άσχετους στις εφημερίδες.

Πρόκειται φυσικά περί μύθου. Η αναβολή της επίθεσης στη Σ. Ένωση, η οποία είχε προγραμματιστεί αρχικά για τις 15 Μαίου 1941 και τελικά ξεκίνησε στις 22 Ιούνη, δεν είχε σχέση με τη Μάχη της Κρήτης, αλλά με τα προβλήματα στρατηγικής και την προετοιμασία των Γερμανών, αφού ακόμα και κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της επιχείρησης ο Χίτλερ και το επιτελείο του δεν είχαν συμφωνήσει στους κύριους στόχους της εκστρατείας. Άλλωστε, αν η μία επιχείρηση εξαρτιόταν από την άλλη, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα θα άρχιζε αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης (1 Ιούνη) και όχι ύστερα από 21 μέρες. Αυτή ακριβώς η έλλειψη στρατηγικής των Γερμανών αλλά και τα προβλήματα ανεφοδιασμού και επικοινωνιών, σε συνδυασμό με την σθεναρή (τουλάχιστον από κάποιο σημείο και μετά) αντίσταση του Κόκκινου Στρατού, θεωρούνται από τους ιστορικούς ως οι βασικοί λόγοι αποτυχίας της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα, και όχι φυσικά ο (κατά τα άλλα ηρωικότατος) κρητικός με τη μαγκούρα.

Πηγές: wikipedia, Ρεϊμόν Καρτιέ Ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ιστορικά (Ελευθεροτυπία) τ. 71   

 

 

 

28η Οκτωβρίου: Ο πόλεμος που τελικά δεν ήταν "τρικούβερτο γλέντι"

Του Νάσου Θεοδωρίδη*

Εξήντα εννέα χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η άγρια σύγκρουση που ξετυλίχτηκε πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας έδειξε ανάγλυφα την ταξική της φύση. Στις πρώτες γραμμές φτωχοί άνθρωποι, πέθαιναν από τη γάγγραινα, έλιωναν από την ψείρα, περίμεναν απελπισμένα τροφή. Πιο πίσω οι αξιωματικοί με τις ορντίναντσες τους έδιναν τις διαταγές. Και ακόμα πιο πίσω, στα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο της «Αυτού Μεγαλειότητας»...

Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο πρώτος είναι ότι οι φαντάροι μας με εφ’ όπλου λόγχη στείλανε τους δειλούς εχθρούς στα βάθη της Αλβανίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σύγκρουση. Ήδη από την άνοιξη1939 το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε καταστρώσει ανάλογα σχέδια. Και από τον Ιούνη 1940 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση «μυστικής επιστράτευσης». Στα σχολικά βιβλία και στα πατριωτικά αφιερώματα η «θέληση» και το «φρόνημα» ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για το «έπος της Αλβανίας». Η αλήθεια είναι ότι ήταν η μορφολογία του εδάφους, το βεβιασμένο της ιταλικής επίθεσης -με όλες τις δυσκολίες ανεφοδιασμού από τα ακατάλληλα λιμάνια της Αλβανίας- και μια πολύ ισχυρή ελληνική στρατιωτική μηχανή.

Επίσης αποκρύπτεται ότι υπήρχαν πολλοί που αρνούνταν να υποταχτούν σε αυτήν τη χαρούμενη εικόνα της “εθνικής πανστρατιάς”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζής, μετέπειτα γραμματέας του ΕΑΜ αναφέρει στις αναμνήσεις του ότι στις αρχές Νοέμβρη εκτελέστηκαν επί λιποταξία τέσσερις φαντάροι του συντάγματός του, επειδή είχαν λείψει μόνο μια μέρα και ξαναγύρισαν: «Απογοήτευση και πένθος έπεσε στο Σύνταγμα. Στην πορεία μάθαμε πως και σε άλλα Συντάγματα έγιναν παρόμοιες δίκες για μικρές πειθαρχικές παραβάσεις και επακολούθησαν διαδοχικές εκτελέσεις, κατά περίεργη ‘συγκυρία’ μόνο Μακεδόνων που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα και όλοι τους σχεδόν ήταν χαρακτηρισμένοι «βουλγαροκομμουνιστές».

Ήταν και κάτι άλλο που ερέθιζε τους φαντάρους. Οι καλαμαράδες της Αθήνας παρουσίαζαν τον πόλεμο σαν τρικούβερτο γλέντι με χαρές και τραγούδια για τους Έλληνες φαντάρους. Κρύβανε την πραγματικότητα. Συνήθως στα αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου, βλέπουμε επίκαιρα της εποχής με τα πλήθη ενθουσιασμένα να χαιρετάνε εκείνους που φεύγουν για το μέτωπο. Πράγματι, κάθε φορά που αρχίζει ένας τέτοιος πόλεμος, η πλειοψηφία παρασύρεται από ένα κύμα εθνικισμού και πολεμόχαρων αισθημάτων. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, φανερώνεται όχι μόνο η φρίκη του πολέμου αλλά και ποιος την πληρώνει, οπότε οι διαθέσεις αλλάζουν.

Ο Δ. Λουκάτος καταγράφει αυτή την αλλαγή στο ημερολόγιο που κρατούσε και έχει δημοσιευτεί με τίτλο «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-'41»: «Ένα περίεργο πράγμα. Κανείς απ’ όλους τους ‘Εμπέδους’ δεν θέλει να φύγει για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι λοιπόν τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν’;».

* Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αυγή" της 27-10-2009

28η Οκτωβρίου: Ο πόλεμος που τελικά δεν ήταν"τρικούβερτο γλέντι"

Του Νάσου Θεοδωρίδη*

Εξήντα εννέα χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η άγρια σύγκρουση που ξετυλίχτηκε πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας έδειξε ανάγλυφα την ταξική της φύση. Στις πρώτες γραμμές φτωχοί άνθρωποι, πέθαιναν από τη γάγγραινα, έλιωναν από την ψείρα, περίμεναν απελπισμένα τροφή. Πιο πίσω οι αξιωματικοί με τις ορντίναντσες τους έδιναν τις διαταγές. Και ακόμα πιο πίσω, στα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο της «Αυτού Μεγαλειότητας»...

Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο πρώτος είναι ότι οι φαντάροι μας με εφ’ όπλου λόγχη στείλανε τους δειλούς εχθρούς στα βάθη της Αλβανίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σύγκρουση. Ήδη από την άνοιξη1939 το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε καταστρώσει ανάλογα σχέδια. Και από τον Ιούνη 1940 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση «μυστικής επιστράτευσης». Στα σχολικά βιβλία και στα πατριωτικά αφιερώματα η «θέληση» και το «φρόνημα» ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για το «έπος της Αλβανίας». Η αλήθεια είναι ότι ήταν η μορφολογία του εδάφους, το βεβιασμένο της ιταλικής επίθεσης -με όλες τις δυσκολίες ανεφοδιασμού από τα ακατάλληλα λιμάνια της Αλβανίας- και μια πολύ ισχυρή ελληνική στρατιωτική μηχανή.

Επίσης αποκρύπτεται ότι υπήρχαν πολλοί που αρνούνταν να υποταχτούν σε αυτήν τη χαρούμενη εικόνα της “εθνικής πανστρατιάς”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζής, μετέπειτα γραμματέας του ΕΑΜ αναφέρει στις αναμνήσεις του ότι στις αρχές Νοέμβρη εκτελέστηκαν επί λιποταξία τέσσερις φαντάροι του συντάγματός του, επειδή είχαν λείψει μόνο μια μέρα και ξαναγύρισαν: «Απογοήτευση και πένθος έπεσε στο Σύνταγμα. Στην πορεία μάθαμε πως και σε άλλα Συντάγματα έγιναν παρόμοιες δίκες για μικρές πειθαρχικές παραβάσεις και επακολούθησαν διαδοχικές εκτελέσεις, κατά περίεργη ‘συγκυρία’ μόνο Μακεδόνων που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα και όλοι τους σχεδόν ήταν χαρακτηρισμένοι «βουλγαροκομμουνιστές».

Ήταν και κάτι άλλο που ερέθιζε τους φαντάρους. Οι καλαμαράδες της Αθήνας παρουσίαζαν τον πόλεμο σαν τρικούβερτο γλέντι με χαρές και τραγούδια για τους Έλληνες φαντάρους. Κρύβανε την πραγματικότητα. Συνήθως στα αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου, βλέπουμε επίκαιρα της εποχής με τα πλήθη ενθουσιασμένα να χαιρετάνε εκείνους που φεύγουν για το μέτωπο. Πράγματι, κάθε φορά που αρχίζει ένας τέτοιος πόλεμος, η πλειοψηφία παρασύρεται από ένα κύμα εθνικισμού και πολεμόχαρων αισθημάτων. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, φανερώνεται όχι μόνο η φρίκη του πολέμου αλλά και ποιος την πληρώνει, οπότε οι διαθέσεις αλλάζουν.

Ο Δ. Λουκάτος καταγράφει αυτή την αλλαγή στο ημερολόγιο που κρατούσε και έχει δημοσιευτεί με τίτλο «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-'41»: «Ένα περίεργο πράγμα. Κανείς απ’ όλους τους ‘Εμπέδους’ δεν θέλει να φύγει για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι λοιπόν τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν’;».

 

* Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης

   


Copyright (C) 2002 SiteMaker