Το ακόλουθο κείμενο είναι η εισήγηση της Σοφίας Κυρίτση κατά την δεύτερη μέρα της εκδήλωσης για τις γυναικείες φυλακές που έγινε στην κατάληψη της Πατησίων και Σκαραμαγκά στις 10 και 11 Ιουνίου 2011:
Διαβάστε επίσης:
ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ
ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΥΡΙΤΣΗ

Το βιβλίο αυτό είναι το μοναδικό που έχει γραφτεί ειδικά για τις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού και αν δεν κάνουμε λάθος είναι και το μοναδικό που έχει γραφτεί από αναρχικό φυλακισμένο στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα φυλακισμένη, για την φυλακή, όπως την γνώρισε.
Το βιβλίο γράφτηκε, την εποχή που η συγγραφέας του βρισκόταν στην Περούτζια της Ιταλίας και κυκλοφόρησε το 1986 σε χίλια αντίτυπα, τα οποία έχουν από καιρό εξαντληθεί.
Από τότε, μετά από αγώνες των δημοκρατικά εκλεγμένων δημάρχων του Κορυδαλλού, με πλήρη κάλυψη της αριστεράς, οι Γυναικείες Φυλακές μεταφέρθηκαν στην άκρη του κόσμου και συγκεκριμένα στον Ελαιώνα Θηβών, όπως προηγούμενα το Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων του Κορυδαλλού μεταφέρθηκε στα κτίρια των παλιών στρατιωτικών φυλακών του Αυλώνα.
Οι απομάκρυνση των φυλακών από τα κέντρα των πόλεων είναι πάγιο αίτημα του ελληνικού λαού, ο οποίος βλέπει τους φυλακισμένους, όπως και τους ψυχασθενείς σαν μιάσματα τα οποία πρέπει να βρίσκονται κρυμμένα από την κοινή θέα μακριά από τις πόλεις των οποίων χαλάνε την βιτρίνα με την παρουσία τους.
Το βιβλίο μπορεί να το κατεβάσει κανείς από το παρακάτω link:
http://www.mediafire.com/?3yqifkj2qhr
Παλαιότερη δημοσιεύση:
Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΕΡΙΦΗ ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ '17 ΝΟΕΜΒΡΗ'
Παλαιότερη δημοσιεύση:
===================================
ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΔΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ :
Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
του Νάσου Θεοδωρίδη
Δικηγόρου
------------------------------------------------------------
Α. Η εξάρθρωση των δικαιωμάτων και η υλοποίηση ενός αυταρχικού θεσμικού πλαισίου.
------------------------------------------------------------------------------------
Η απίστευτη βιασύνη με την οποία δυστυχώς ακόμη και θεσμικοί παράγοντες της Αριστεράς χαρακτήρισαν το αποτέλεσμα της ολοφάνερα Αδικης Δίκης της 17 Ν ως... «σεβαστό»[sic] δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν. Οταν η εκστόμιση της πιο σκοταδιστικής φράσης που έχει ακουστεί από εισαγγελικά χείλη (δηλαδή η ανατριχιαστική ρήση «και για όσα λησμόνησα , ένοχοι» !!) δεν ήτανε αρκετή για να ξεσηκώσει θύελλα από επιστημονικούς φορείς και κινήσεις υπεράσπισής δικαιωμάτων, όταν το όνειδος που συνέβη στον «Ευαγγελισμό» δεν συγκίνησε τους δικαστές για να το διερευνήσουν σε βάθος όπως όφειλαν, όταν λήφθηκαν υπόψη προανακριτικές ομολογίες που έγιναν σε περίοδο παράνομης παρακράτησης, όταν επεβλήθησαν 21 φορές ισόβια (!!) στον Α. Γιωτόπουλο χωρίς να έχει βρεθεί κανένα θετικό DNA στους τόπους της έρευνας, και όταν πέρασαν απαρατήρητα τα επίθετα με τα οποία κοσμούσε ο πρόεδρος τα μέλη της Οργάνωσης, διαρκούσης της διαδικασίας, προοιωνίζοντας το αποτέλεσμα της δίκης (κλέφτες, δολοφόνοι, κλπ), τότε όχι μόνο κάτι σάπιο υπάρχει στο «Βασίλειο της Δανιμαρκίας», αλλά είναι πλέον απολύτως βέβαιο ότι το περίφημο κράτος δικαίου, (δηλαδή ο Καπιταλισμός της ήπιας εκλεπτυσμένης θεσμικής Βίας, για να λέμε και τα πράγματα με το όνομα τους) έχει ήδη αρχίσει να μεταλλάσσεται και να παραχωρεί σταδιακά τη θέση του σε ένα νέου τύπου μεταμοντέρνο «Ολοκληρωτικό Καπιταλισμό», ιδιαίτερα επικίνδυνο για ελευθερίες και δικαιώματα που κατακτήθηκαν με πολύχρονους κοινωνικούς αγώνες.
Η άδικη απόφαση της Αδικης Δίκης μοιάζει να δίνει, τουλάχιστον από πλευράς πολιτειακής βούλησης, μία οριστική και ξεκάθαρη απάντηση στο δίλημμα «Ελευθερία ή Ασφάλεια ??» υπέρ της δεύτερης αναφανδόν, και μάλιστα με τη σιωπηρή συναίνεση της πλειονότητας του πνευματικού κόσμου της χώρας (καθώς μετρημένοι στα δάχτυλα ήταν όσοι τόλμησαν δημόσια να μιλήσουν για «πολιτικό έγκλημα»). Δίκαιη δεν είναι μία δίκη όταν απλώς είναι καλές οι συνθήκες διεξαγωγής της. Ούτε δίκαιη είναι μία δίκη με μόνο κριτήριο ότι το Στέητ Ντιπάρτμεντ, υπεύθυνο για χιλιάδες εγκλήματα ανά τον κόσμο, χαιρετίζει την απόφαση του δικαστηρίου. Δίκαιη είναι μία δίκη όταν πρωτίστως δεν παραβιάζεται το Σύνταγμα, που π.χ. επιτάσσει ότι οι ανθρωποκτονίες πρέπει να υπάγονται σε Μικτά Ορκωτά, και δευτερευόντως όταν δεν παραβιάζεται η Δικονομία, που δυστυχώς υπέφερε τα πάνδεινα στη συγκεκριμένη δίκη, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια.
Επειδή οι δικαστικές αποφάσεις στη λεγόμενη «ώριμη αστική μας δημοκρατία» εκδίδονται (και ορθώς) «στο όνομα του λαού» (για να τηρούνται και τα προσχήματα), είναι σκόπιμο να επιχειρηθεί μια εκτενής κριτικής της εν λόγω ιστορικής απόφασης. Κάθε σχολαστικός μελετητής των πεπραγμένων σε αυτή τη δίκη δεν θα δυσκολευότανε καθόλου να εντοπίσει μία χιονοστιβάδα δικονομικών παραβιάσεων, αλλά και κακής εκτίμησης των αποδείξεων. Το άρθρο 211Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για παράδειγμα, υπέστη το βαρύτερο τραυματισμό, καθώς η ρητή επιταγή να μην γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία συγκατηγορουμένου όχι μόνο αγνοήθηκε πολλάκις και επιδεικτικά, αλλά ευθύς εξαρχής ΜΜΕ και Δικαστήριο είχαν σε αγαστή σύμπνοια αναγορεύσει το τρίδυμο Τσελέντη-Κονδύλη-Τέλιου σε οιονεί Φορείς της Απόλυτης Αλήθειας που θα έφερναν μία «αναστροφή του κλίματος» μέσα στη αίθουσα ύστερα από την πασιφανή ένδεια αποδεικτικού υλικού για τον κ. Γιωτόπουλο.
Με άλλα λόγια, έγινε ένα πλήρες αναποδογύρισμα της λογικής του ποινικού συστήματος. Αλλαξαν οι κανόνες ανάκρισης, οι κανόνες απόδειξης ,τα πάντα. Αλλωστε, ποιος Ελληνας θυμάται σήμερα ότι, π.χ., για την υπόθεση Μομφεράτου ότι ο ίδιος ο κ.Τσελέντης δεν είχε πει τίποτε περί ανάμειξης Γιωτόπουλου κατά την ανάκριση ενώ στο ακροατήριο είπε ακριβώς τα αντίθετα προκειμένου να διασωθεί ένα πανταχόθεν κλυδωνιζόμενο κατηγορητήριο?? Εισαγγελείς έφτασαν να λένε ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης πληρώνονται με... προϊόν ληστειών (!!), ενώ το δικαστήριο ήταν εξαρχής στρατευμένο στην υποστήριξη της μίας πλευράς. Συνέβη δε και το πρωτοφανές να εξετάζονται κατηγορούμενοι από δικηγόρους πολιτικής αγωγής που δεν είχαν αρμοδιότητα για αυτούς, καθώς δεν είχε θιχτεί ο πελάτης τους.
Η καταγέλαστη θεωρία της «προϊούσας μνήμης» που επινοήθηκε προκειμένού να δικαιολογηθεί πάση θυσία η ξαφνική προθυμία μαρτύρων κατηγορίας (Μπακατσέλος-Ευγενούλα) να...ξανασκάψουν βαθιά στη μνήμη τους και (ω του θαύματος !!) να... θυμηθούν για πρώτη φορά την παρουσία του κ. Γιωτόπουλου στον τόπο του εγκλήματος (σε αντίθεση προς τις αρχικές νωπές καταθέσεις τους) προκαλεί τη νοημοσύνη όλων μας. Σε οποιαδήποτε συντεταγμένη χώρα (και πιθανότατα ακόμη και στις σημερινές ΗΠΑ) τέτοιες κραυγαλέες αντιφάσεις θα είχαν κινήσει τις διαδικασίες δίωξης για ψευδορκία. Οχι όμως και στην Ελλάδα της Τρομοϋστερίας, που ανέχεται σκανδαλωδώς όχι μόνο τον διαπιστωμένο πλέον ξυλοδαρμό του κ.Τζωρτζάτου ή την έντονη ψυχολογική βία που ασκήθηκε σε βάρος του Παύλου Σερίφη, ενός ανθρώπου με σκλήρυνση κατά πλάκας, αλλά και τη δωδεκάωρη ανάκριση στην Ασφάλεια του ανήλικου υιού της Α. Σωτηροπούλου. Πώς μπορεί κανείς άραγε να χαρακτηρίσει ένα σύστημα δικαίου όταν επί πολλούς μήνες αφότου ο κ. Τζωρτζάτος ζήτησε τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για να αποδειχτούν τα τραύματα του βασανισμού του δεν έγινε δεκτό το εύλογο αυτό αίτημα του, ώστε να μη φανεί πικρή αλήθεια? Τι θα βρουν άραγε να ψελλίσουν οι θεματοφύλακες του «νομικού μας πολιτισμού» όταν αναμφίβολα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδικάσει την «ισχυρή Ελλάδα» για τη βία που ασκήθηκε στον κ. Τζωρτζάτο?
Κορυφαίο δείγμα της μεροληπτικότητας του δικαστηρίου αποτέλεσε η υιοθέτηση της μεθόδου των ποσοστώσεων στις αναγνωρίσεις κατηγορουμένων από τους μάρτυρες κατηγορίας (ακούσαμε για 60%, 80%, κλπ), όταν παγκοσμίως υπάρχουν τρεις κανόνες για τις αναγνωρίσεις αυτές (που εδώ δεν τηρήθηκαν) α) να γίνονται μεταξύ περισσότερων προσώπων, β) να μην έχει έρθει προηγουμένως ο μάρτυρας σε επαφή με τη φωτογραφία του κατηγορούμενου (και όχι επί εβδομάδες , πρωί, μεσημέρι, βράδυ, να προβάλλεται η φωτογραφία του κ. Γιωτόπουλου στα κανάλια, και να εθίζονται οι μάρτυρες σε αυτήν) γ) να μην έχει τη δυνατότητα προηγούμενης παρακολούθησης στης δίκής.
Ποιος νομικός συνειδητοποίησε άραγε ότι στη δίκη της 17Ν κάθε αδίκημα σωματικής βλάβης επαυξήθηκε και ονομάστηκε (αυθαίρετα) «απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο», προκειμένου να πέσουν βαριές «καμπάνες» επί δικαίων και αδίκων?? ΄Η ποιος πολίτης γνωρίζει ότι το δικαστήριο νομιμοποίησε εφεξής τη διεξαγωγή ανακρίσεων μέσα σε αίθουσα γεμάτη μασκοφόρους με οπλοπολυβόλα (πράγμα που αρχικά δεν γινόταν πιστευτό ότι συνέβη, μέχρις ότου η υπεράσπιση προσκόμισε έγγραφο-ντοκουμέντο της ίδιας της Αστυνομίας) ?
Ομως η πιο σκανδαλώδης νομική φόρμουλα κατασκευάστηκε προκειμένου αν διευρυνθεί υπέρμετρα –και για πρώτη φορά στα δικαστικά ιστορικά χρονικά της χώρας- η ηθική αυτουργία. Δηλαδή, ενώ μέχρι τώρα με βάση τον Ποινικό Κώδικα (άρθρο 46), ηθικός αυτουργός είναι όποιος «με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε», τώρα βαφτίζεται γενικά και αόριστα ως ηθικός αυτουργός όποιος έχει «πνευματική υπεροχή» (και μάλιστα με λογικές ακροβασίες του τύπου «δεν κάνεις φορολογική δήλωση?? άρα, είσαι αρχηγός της 17 Ν» ή «ξέρεις γαλλικά?? τότε, είσαι αρχηγός της 17Ν, και γράφεις και τις προκηρύξεις»). Υπήρξε και συγκεκριμένη υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός ο κ. Γιωτόπουλος , χωρίς να είναι ακόμη γνωστός ο... φυσικός αυτουργός!! Και βεβαίως, αυτό συνέβη, διότι εάν κάποιος δεν τιμωρηθεί βαρύτατα, τότε δεν νοείται ως Αρχηγός, και αν δεν νοείται ως Αρχηγός , τότε δεν υπάρχει και εξάρθρωση. Και αν δεν υπάρχει εξάρθρωση, τότε, δεν μπορεί ούτε να ισχυριστεί η εξουσία ότι είχε «πολιτική επιτυχία» στο έργο της αλλά ούτε και να μείνουν ευχαριστημένες οι ΗΠΑ (αφού στο Φαρ Ουέστ καμίά «συμμορία» που σέβεται τον εαυτό της δεν είναι «ακέφαλη» - πάντοτε υπάρχει ένας Μπίλυ δε Κίντ). Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος. Ας μεταλλαχθεί λοιπόν και η ίδια η έννοια της ηθικής αυτουργίας για να... σιγουρευτεί η καταδίκη του Γιωτόπουλου.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι οδυνηρές επιπτώσεις τέτοιων αυθαίρετων ερμηνειών δεν εξαλείφονται έτσι απλά (δηλαδή με την καταδίκη του κάθε Γιωτόπουλου), αλλά είναι πλέον πρόσφορες για χρησιμοποίηση σε οποιαδήποτε μελλοντική περίπτωση (ακόμη και του κοινού ποινικού δικαίου) και αποτελούν βραδυφλεγή βόμβα για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. . Είναι αυτό που αποκαλούμε (στη νομική διάλεκτο) νομολογία. Και αυτή η «προίκα» της διευρυμένης «ηθικής αυτουργίας» που μας κληροδότησε το δικαστήριο δυναμιτίζει μακροπρόθεσμα τα θεμέλια του κράτους δικαίου πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε «τρομοκρατική» πράξη.
Το ίδιο ισχύει και για το απαράδεκτο γεγονός ότι έγιναν δεκτές προφορικές πραγματογνωμοσύνες, χωρίς προηγούμενη γραπτή έκθεση πραγματογνωμοσύνης!! Εξίσου απαράδεκτο ήταν και τ ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσκομίζονταν από την Εισαγγελία νέα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να τα έχει υπόψη της από πριν η υπεράσπιση ( πρόκειται για χονδροειδή παραβίαση της βασικής «αρχής της ισότητας των όπλων»).
Πολύ σημαντική παραβίαση αποτέλεσε και η ανάγνωση των προανακριτικών ομολογιών μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, διότι αυτό πρέπει να γίνεται μόνο στις περιπτώσεις που είναι ανέφικτη η παρουσία των διαδίκων, διότι αλλιώς παραβιάζεται η αρχή της άμεσης ακρόασης της δίκης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται μόνο περικοπές για τον εντοπισμό τυχόν αντιφάσεων, αλλά κι αυτές δεν μπορούνε να αξιοποιηθούνε αποδεικτικά (σύμφωνα με τους έγκριτους ποινικολόγους Ανδρουλάκη, Ζησιάδη και Tριανταφύλλου).
Ομως το πιο εξοργιστικό νομικό ατόπημα όλης της διαδικασίας σχετίζεται με την ανάδειξη της φρονηματικής διάστασης του εγκλήματος. Αυτό σημαίνει ότι η κατάφαση της συμμετοχής στην Οργάνωση δεν συσχετίστηκε με τη διάπραξη συγκεκριμένων πράξεων, αλλά συνήχθη παντελώς αόριστα. Ο δε χρόνος δραστηριοποίησης στη 17Ν προσμετρήθηκε εντελώς διαφορετικά, π.χ., για το Νίκο Παπαναστασίου και τον Παύλο Σερίφη απ’ ό,τι για τους «μεταμεληθέντες» συνεργάτες των διωκτικών αρχών, προκειμένου να επιβαρυνθεί υπέρμετρα η ποινή των πρώτων, παρόλο που έπρεπε να αθωωθούν λόγω έλλειψης στοιχείων.
Εξάλλου, ο λόγος για τον οποίο το δικαστήριο επέμεινε τόσο κατηγορηματικά και με τόσο πάθος στην παράλογη άποψη ότι δεν υφίσταται πολιτικό έγκλημα είναι διπλός: Αφενός γίνεται προσπάθεια να αποϊδεολογικοποιηθεί οποιαδήποτε συζήτηση και να μην αναζητηθούν τα αίτια που γεννάνε τέτοια φαινόμενα (π.χ., κοινωνία της εκμετάλλευσης). Αφετέρου προφανώς αποτελεί επιθυμία των κατασταλτικών μηχανισμών να μην εφαρμοστεί μελλοντικά το άρθρο 47 του Συντάγματος που παρέχει τη δυνατότητα να δοθεί, ύστερα από χρόνια, όπως ορθώς συνέβη και σε Ιταλία και Γερμανία, αμνηστία στους εγκληματίες με πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής. Όμως κάτι τέτοιο θα συνιστούσε θρίαμβο της κρατικής καταστολής, η οποία είναι φυσικός αντίπαλος των εργαζομένων μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, και θα οδηγούσε σε άκριτη αποδοχή της αστυνομοκρατίας και στον αποπροσανατολισμό του λαού από τα πραγματικά καθημερινά του προβλήματα.
Μάλιστα αποτελεί πολύ κακό οιωνό το ότι το δικαστήριο υιοθέτησε τη διατυπωθείσα και από τα πρωθυπουργικά χείλη άποψη ότι οι πράξεις της 17Ν δεν έχουν πολιτικό χαρακτήρα (!!) και ότι τα μέλη της είναι «κακοποιοί του κοινού ποινικού δικαίου». Το άρθρο 97 του Συντάγματος είναι τόσο σαφές και κατηγορηματικό που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι η έννομη τάξη μας αναγνωρίζει την υπαρκτή διάκριση μεταξύ ποινικής και πολιτικής παραβατικότητας. Βεβαίως, το πολιτικό έγκλημα δεν παύει να είναι έγκλημα, και άρα κατακριτέο και τιμωρητέο. Ωστόσο, υπάγεται σε ειδική ομάδα εγκλημάτων από τον ίδιο το συνταγματικό νομοθέτη, ο οποίος ορθώς έκρινε ότι για την εκδίκαση τους αρμόδια πρέπει να είναι τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, πράμα που συνεπάγεται την αδιαμφισβήτητη αντισυνταγματικότητα του ισχύοντος τρομονόμου που κατήργησε τον επιτυχημένο θεσμό των ενόρκων. Είναι ακριβώς η ύπαρξη πολιτικών ελατηρίων εκ μέρους του δράστη που καθιστά απαραίτητη την τελική κρίση μιας τέτοιας υπόθεσης (με πολιτικές προεκτάσεις) όχι από επαγγελματίες που εξ’ αντικειμένου υπάγονται οργανικά στον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό που εξ’ ορισμού διάκειται δυσμενώς προς κάθε δράστη που αμφισβητεί τους υπάρχοντες θεσμούς, αλλά από ενόρκους πολίτες, δηλαδή εκπροσώπους της ίδιας της κοινωνίας χάριν της οποίας υποτίθεται τελέσθηκαν, σύμφωνα με τους δράστες, τα όποια αδικήματα. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα ήταν πολιτικά άτοπη και νομικά ανακόλουθη.
Α. Η εξάρθρωση των δικαιωμάτων και η υλοποίηση ενός αυταρχικού θεσμικού πλαισίου (Συνέχεια).

