9. ΛΟΥΛΟΥΔΗΣ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ. ΠΑΙΔΕΙΑ. ANAMΝΗΣΕΙΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΣΣΩΝ. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ. ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΣΙΤΙΣΗ.
Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ - ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΟΛΗ Η ΓΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΑΣ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
 


  

  

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Τον Κορνήλιο μου τον γνώρισε ο κοινός μας φίλος Θόδωρος Τσουβαλάκης στις φυλακές Αίγινας το 1978. Τότε εγώ βρισκόμουν στην φυλακή για πολιτικούς λόγους και αυτός για άλλους λόγους που δεν έμαθα ούτε νομίζω ότι θα μάθαινα αν ρωτούσα. Υποθέτω ότι, όπως και τις επόμενες φορές που φυλακίστηκε, βρισκόταν μέσα για κάποιες μικροκλοπές. Αντιμετώπιζε πάντα επιβιωτικό πρόβλημα και επειδή από πολύ μικρός βρέθηκε στην φυλακή (δεκαετία του ’70) ποτέ δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στην πειθαρχημένη διαβίωση την οποία επιβάλλει η κοινωνία στους αδύναμους κοινωνικά και οικονομικά. Δεν μπόρεσε π.χ. να περάσει όλη του την ζωή σαν οικοδόμος, σερβιτόρος, ψαράς, κλητήρας ή ό, τι άλλο σχετικό, μια που μόνο τέτοιες χειρωνακτικές δουλειές του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει, όταν βρισκόταν έξω από την φυλακή. Το θεωρώ πολύ δύσκολο ένα παιδί που μπαίνει κατά την εφηβική του ηλικία στην φυλακή και καταφέρνει να επιβιώσει χωρίς αθεράπευτα σωματικά και ψυχολογικά τραύματα, να μην θεωρεί στην υπόλοιπη ζωή του τον εαυτό του ακατάλληλο να αποδεχτεί έναν μόνιμο ζυγό, όπως ο ζυγός της μισθωτής χειρωνακτικής εργασίας. Η ίδια η συναίσθηση της αδικίας που έγινε σε βάρος του με το να υποστεί μια υπερβολική τιμωρία για το ασήμαντο, μπροστά σ’ αυτήν την τιμωρία αδίκημά του, το συνοδεύει όλη του την ζωή και το κάνει να μην τρέφει καμιά εκτίμηση και σεβασμό απέναντι σε έναν πειθαρχημένο τρόπο διαβίωσης, τον οποίον αποφασίζουν και επιβάλλουν αυτοί που το κλείσανε στην φυλακή και το κακοποιήσανε σωματικά και ψυχικά. Όπως ένας άνθρωπος που έχει περάσει μια φοβερή αρρώστια, κατά την οποία «έχει δει τον χάρο με τα μάτια», δεν έχει καμιά όρεξη να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σαν μισθωτός χαμάλης και, αντιλαμβανόμενος το πόσο μικρή είναι η ζωή και πόσο εύκολο είναι να την χάσει κανείς, κάνει ότι μπορεί για να περάσει την κάθε του μέρα όσο το δυνατόν πιο όμορφα, έτσι και ο άνθρωπος που μπήκε έφηβος στην φυλακή, όταν καταφέρει και βγει, καταλαμβάνεται από ένα πάθος να ζήσει όσο το δυνατόν πιο όμορφα την κάθε του μέρα και δεν μπορεί να αποδεχτεί το πολύχρονο χαμαλίκι της χειρωνακτικής μισθωτής εργασίας. Σκέφτεται μόνο το πως θα περάσει την κάθε του μέρα και, ίσως, επιτρέπει στον εαυτό του να σκέπτεται μόνο έτσι, γιατί φοβάται ότι η σκέψη για το μέλλον θα τον οδηγήσει στην λήψη αποφάσεων που θα είναι σε βάρος του παρόντος. Πράγματι, την τελευταία φορά που είδα τον Κορνήλιο, μου είπε ότι σκέφτεται μόνο το πώς θα περάσει την κάθε μέρα και δεν σκέπτεται το μέλλον. Δυστυχώς, η κατάσταση του δεν επέτρεπε να σκεφτεί διαφορετικά.

Ο Κορνήλιος στις φυλακές Αίγινας, όπου γνωριστήκαμε, ήταν εξαιρετικά παραγωγικός. Έγραφε συνέχεια ποιήματα και τα έγραφε με τόσο ωραία γράμματα και σε τέτοια θέση μέσα στο χαρτί, ώστε το τελικό αποτέλεσμα είχε την μορφή ολοκληρωμένης σελιδοποίησης ενός μεσαιωνικού χειρογράφου. Δηλαδή, όχι μόνο το περιεχόμενο αλλά και η μορφή του χειρογράφου ήταν έργο τέχνης. Παράλληλα έκανε σχέδια για κάποιους άλλους κρατούμενους που τα χαράσσανε σε χαλκό, δηλ. τα μετατρέπανε σε χαλκογραφίες, τις οποίες, αφού βάζανε σε κορνίζες, τις πουλούσαν. Ένας τέτοιος κρατούμενος των τότε φυλακών της Αίγινας, ήταν ο Μιχάλης ο Πρέκας, που ήταν κι αυτός μέσα για κλοπές. Ο Μιχάλης ο Πρέκας είχε κι αυτός γνωρίσει τις φυλακές από τα εφηβικά του χρόνια και, όπως και όλοι οι άλλοι, αισθανόταν αδικημένος από την κοινωνία και ιδιαίτερα από τους μπάτσους που τον είχανε επανειλημμένα βρίσει και χτυπήσει άσχημα. Το αίσθημα της αδικίας από τους μπάτσους σε βάρος του ήταν τόσο έντονο, που τους εκδικιόταν βρωμίζοντας τα περιπολικά τους με κόπρανα, με αποτέλεσμα να γίνει γνωστός και με το παρατσούκλι «Κοπρόλας». Αργότερα, για να εκδικηθεί, εντάχτηκε στον αναρχικό χώρο, για τον οποίο του είχα πρωτομιλήσει εγώ, χωρίς, δυστυχώς, να τον ενημερώσω για τους αυξημένους κινδύνους που αντιμετωπίζει ένας πρώην ποινικός κρατούμενος, όταν οι μπάτσοι το δουν να ιδεολογικοποιεί τον αγώνα του εναντίον τους. Αποτέλεσμα ήταν 8 χρόνια μετά την γνωριμία μας στην Αίγινα (1979) να τον σκοτώσουν οι μπάτσοι, πυροβολώντας τον από μακριά, σε ένα μπαλκόνι, όπου έβγαινε και πυροβολούσε στον αέρα, για να κρατήσει τους μπάτσους που τον είχαν περικυκλώσει σε απόσταση. Ένας άλλος συνεργάτης του που ήταν μαζί στο διαμέρισμα, όπου ο Πρέκας βρήκε τον θάνατο, ο αναρχικός Χριστόφορος Μαρίνος, «αυτοκτονήθηκε» καθώς επέστρεφε με καράβι από καλοκαιρινές διακοπές σε νησί του Αιγαίου, 8 χρόνια αργότερα.

Η θεματολογία των ποιημάτων του Κορνήλιου ήταν φυσικά μέσα από την ζωή του στις φυλακές και από τους αγώνες του να επιβιώσει έξω. Δεν ήταν όμως ποιήματα απλά βιογραφικά. Είχαν πάντα το χαρακτήρα καταγγελίας προς την  αδικία που γίνεται σε βάρος των οικονομικά και κοινωνικά αδικημένων και ιδιαίτερα σε βάρος των φυλακισμένων. Μιας καταγγελίας που στη διάρκεια της ζωής του προσπάθησε με τον τρόπο του να την κάνει πράξη, χωρίς να ακολουθεί πάντα τον σωστό, κατά την γνώμη μου δρόμο. Και το χειρότερο με υπερβολικό κόστος γι’ αυτόν. Φυλακίστηκε π.χ. γιατί έκαψε μια ελληνική σημαία, γιατί δεν είχε εισιτήριο μέσα στο λεωφορείο και δεν πλήρωσε το πρόστιμο κ.ο.κ. και τώρα τελευταία κρατήθηκε 4 μέρες στην Γενική Ασφάλεια (Γ.Α.Δ.Α.), επειδή δεν είχε ταυτότητα.

Ο Κορνήλιος, το 1983, βρέθηκε να κάνει απεργία πείνας μαζί με τους Μιχάλη Πρέκα, Θόδωρο Τσουβαλάκη, κάποιον Εγγονίδη (ανήλικο, πολύ καλό παιδί όπως εγώ τον γνώρισα), τον Ιρακινό Χασάν και το αναρχικό Θόδωρο Πισιμίση. Είχε ήδη γνωρίσει και τις Πειθαρχικές Φυλακές της Κέρκυρας, τις χειρότερες φυλακές της Ελλάδας, όπου κατά την δεκαετία του εβδομήντα γίνανε φοβερά βασανιστήρια. Η ίδια η μεταγωγή του για πειθαρχικούς λόγους στις φυλακές Κέρκυρας, υποθέτω ότι υπήρξε κατάφωρη αδικία σε βάρος του, γιατί ο Κορνήλιος, από ιδιοσυγκρασία ή από επιλογή του, δεν υπήρξε ποτέ αυτό που λένε «σκληρός κρατούμενος». Δεν τον έχω ρωτήσει το πως και τι, υποθέτω όμως ότι οι σωφρονιστική υπηρεσία είχε ενοχληθεί από τις διαμαρτυρίες του. Όταν αργότερα, μετά την απεργία, αποφυλακίστηκε, χρημάτισε και αυτός θαμώνας της πλατείας Εξαρχείων, μιας πλατείας που κατά την δεκαετία του ’80 λειτούργησε σαν το Παρίσι, όπου (σύμφωνα με το τραγούδι «Κάτω από τον ουρανό του Παρισιού») μαζεύονται από όλο τον κόσμο τα «πουλιά του καλού Θεού» για να φλυαρήσουν μεταξύ τους. Τα πουλιά του καλού Θεού, σύμφωνα με την χριστιανική Αγία Γραφή, δεν έχουν ανάγκη να κοπιάζουν για την επιβίωσή τους, όπως οι άνθρωποι, γιατί ο Θεός φροντίζει γι’ αυτά. Ο Κορνήλιος ακόμα και σήμερα, το λέω «με το χέρι στην καρδιά», αποτελεί τυπική περίπτωση τέτοιου πουλιού του καλού Θεού. Και στην πλατεία Εξαρχείων ο Κορνήλιος απευθύνθηκε προς τους θαμώνες της με την σιγουριά ότι, τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς, διαφέρουν από τους τυπικούς καφενόβιους και θα ενδιαφερθούν για το έργο του. Εκείνη την εποχή δεν αρκούνταν μόνο στα ποιήματα αλλά έκανε και σχέδια, κολλάζ, βινιέτες κλπ., τα οποία τα συνδύαζε σε μορφή μακέτας περιοδικού. Αυτήν την μακέτα την φωτοτυπούσε σε κάποιο μικρό αριθμό αντιτύπων και το αυτοσχέδιο περιοδικό που προέκυπτε το διακινούσε στους θαμώνες της πλατείας έναντι προαιρετικού και οποιουδήποτε αντιτίμου. Με αυτόν τον τρόπο έβγαζε τα έξοδα της ημέρας. Από άποψη περιεχομένου, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το περιοδικάκι του Κορνήλιου πολιτικο-καλλιτεχνικό. Στις σελίδες του παρελαύνανε από ποιήματα μέχρι ειδήσεις και από δικά του σχέδια μέχρι φωτογραφίες από διάσημους της εποχής ή διάσημους της φυλακής, όπως ο Θόδωρος Βενάρδος, μια εμβληματική μορφή ληστή τραπεζών, με τον οποίο είχα την τύχη να γνωριστώ στην φυλακή, και ο οποίος κρεμάστηκε μέσα στην φυλακή, βρίσκοντας στον θάνατο ένα είδος απόδρασης από την φυλακή. Ήταν ήδη γνωστός για τις περίφημες αποδράσεις του. Ο Κορνήλιος θαύμαζε τον Βενάρδο, που τον είχε γνωρίσει και αυτός στην φυλακή, και σε πολλά από τα περιοδικάκια του έγραφε γι’ αυτόν. Δυστυχώς, ο Κορνήλιος, από ένα σημείο κι έπειτα σταμάτησε να φτιάχνει τα αυτοσχέδια περιοδικά του και λίγα από αυτά σώζονται, όπως σώζονται και πολύ λίγα από τα ποιήματά του. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει τον Κορνήλιο να χαρίζει στους φίλους του ολόκληρες ποιητικές συλλογές, που συνήθως χάνονται, γιατί δεν είναι ούτε οι κατάλληλοι φίλοι ούτε, όταν είναι κατάλληλοι, αντέχουν την επικοινωνία μαζί του για πολύ καιρό. Υποθέτω ότι του αρκεί που τα ποιήματά του και τα πεζά του (κατά καιρούς κάνει απόπειρες αυτοβιογραφίας) βρίσκονται σε χέρια άλλων που τα διαβάζουν. Ο ίδιος λέει ότι το γράψιμο είναι η  μόνη του διέξοδος από τις στενοχώριες μιας εξαιρετικά επισφαλούς καθημερινής επιβίωσης. Γι’ αυτό γράφει. Επειδή όμως δεν έχει μόνιμη κατοικία, δεν μπορεί να κουβαλάει τίποτε μαζί του. Οπότε το συγγραφικό του έργο καταλήγει αναγκαστικά στα χέρια φίλων του.

Κάποια εποχή ο Κορνήλιος αποπειράθηκε να ξεφύγει από τον Γολγοθά του καθημερινού αγώνα για την επιβίωση κάνοντας μια καλή ληστεία σε κάποια ταχυδρομικά γραφεία, όπου υπήρχαν αρκετά λεφτά. Η ληστεία δεν πέτυχε και οι ληστές, ο Κορνήλιος και ο συνεργός του, πιαστήκανε μετά από περιπετειώδη καταδίωξη του δικού τους αυτοκινήτου από περιπολικά της αστυνομίας. Σε εκείνη την φάση ο Κορνήλιος θα μπορούσε να έχει σκοτωθεί από τις σφαίρες των μπάτσων, οι οποίοι ποτέ δεν κάνουν σε αυτές οικονομία, όταν κυνηγάνε κανέναν φουκαρά. Δεν σκοτώθηκε, με αποτέλεσμα η δεκαετία του 2000 να τον βρει πάλι στη φυλακή, εκτίοντας ποινή για ένοπλη ληστεία. Όταν μου έγραψε από την φυλακή, δεν μπόρεσα παρά να τον επαινέσω για το θάρρος του. Γνωρίζοντας το πόσο επισφαλής ήταν η καθημερινή του επιβίωση κατά τα προηγούμενα χρόνια, δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω γιατί έπαιξε την ζωή του κορώνα-γράμματα. Αντίθετα, η ληστεία τον ανέβασε στα μάτια μου, γιατί έδειξε ότι αγαπούσε τόσο πολύ την ελευθερία που του εξασφάλιζε η άρνηση της χειρωνακτικής μισθωτής εργασίας, ώστε ήταν έτοιμος να πεθάνει γι’ αυτήν. Ευτυχώς δεν πέθανε και, όσο και να μην τον βλέπουν, αυτός εξακολουθεί να κυκλοφορεί ανάμεσά μας, προκαλώντας με το θάρρος του να ζει σαν πουλί του καλού Θεού.

Επειδή τα παραπάνω μπορούν να εκληφθούν σαν προσπάθεια εξιδανίκευσης, είμαι υποχρεωμένος να προειδοποιήσω τους αναγνώστες μου ότι δεν επιδίωξα κάτι τέτοιο. Απλά, προτίμησα να παρουσιάσω τον φίλο μου εστιάζοντας στις πιο καλές και ενδιαφέρουσες πλευρές του. Δεν πρόκειται για κανέναν κυνικό φιλόσοφο, άσχετα αν από την ζωή που κάνει σήμερα φαίνεται να θέλει να ζει, όπως ζούσαν οι κυνικοί φιλόσοφοι. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με αδυναμίες, κάποιες από τις οποίες, κατά καιρούς τον κάνουν να τις πληρώσει ακριβά. Εξαιτίας αυτών των αδυναμιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί και ιδιαίτερα αξιόπιστος στις σχέσεις του με τους άλλους. Με λίγα λόγια δεν κάνει για πρότυπο. Και αυτό είναι γνωστό στους φίλους μου αναρχικούς που τον έχουν γνωρίσει κατά καιρούς. Όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι μυθιστορηματική φυσιογνωμία, με την έννοια ότι έχει χαρακτηριστικά που το κάνουν μοναδικό και αξίζουν να παρουσιάζονται στο κοινό. Έχει, βέβαια, και μεγάλο φάκελο στην Ασφάλεια. Και πλούσιο Ποινικό Μητρώο. Εγώ, όμως, μπορώ να βεβαιώσω ότι σίγουρα είναι πιο αθώος και από τους μπάτσους που κατά καιρούς τον έχουν πιάσει και τον έχουν κακοποιήσει (όπως συνηθίζουν να κάνουν με τους υπόπτους για ποινικά αδικήματα, όσο ασήμαντα και να είναι), και από τους δικαστές που κατά καιρούς τον έχουν καταδικάσει σε πολύχρονες ποινές. Είμαι σίγουρος ότι, αν τα λεφτά που έχουν ξοδευτεί σε μισθούς μπάτσων, δικαστών και δεσμοφυλάκων για να πιαστεί, να δικαστεί και να φυλαχτεί μέσα στις φυλακές ο Κορνήλιος, μαζί με τα λεφτά για την συντήρησή του μέσα στις φυλακές, δινόντουσαν για να του εξασφαλιστεί μια στοιχειώδης επιβίωση, ώστε να μπορεί να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό ή γενικότερα καλλιτεχνικό του έργο, σήμερα ο Κορνήλιος θα ήταν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες Έλληνες λογοτέχνες. Γιατί στην λογοτεχνία δεν έχει τόση σημασία η ποσότητα, όσο η ποιότητα. Και αυτό, από τους ελάχιστους λογοτέχνες που γνώρισα προσωπικά στην ζωή μου, το απέδειξαν με το συγγραφικό τους έργο η ηθοποιός Κατερίνα Γώγου και ο πρώην ισοβίτης Γιάννης Πετρόπουλος (που, σημειωτέον, η Κατερίνα εκτιμούσε και αγωνίστηκε για την αποφυλάκισή του).

Παρακάτω, παραθέτω κάποια από τα πεζά και τα ποιήματα που ο Κορνήλιος έχει περιλάβει στην πρόσφατη (2010) ποιητική του συλλογή «Το μαύρο κουτί της φυλακής».

(Βιογραφικό)

Γεννήθηκα στα Ποταμούδια της Καβάλας τον Ιούνιο του 1955 από γονείς εργάτες, σκουπιδιάρης ο πατέρας μου, υπηρέτρια πλουσιόσπιτων η μητέρα μου… Εκεί, λοιπόν, στο μικρό Στάλινγκραντ, όπως αποκαλούσανε τότε την γειτονιά μου, πρωτο ’δα το φως του ήλιου.

Ο θεός Ήλιος…

Αφορμή για το κόκκινο παρατσούκλι δόθηκε, όταν οι εκεί καπνεργάτες απεργήσανε για πρώτη φορά πανελλαδικά… Αργότερα ένας από τους πρωτεργάτες της απεργίας, ο Βασίλης Λουλούδης (θείος μου), τότε γενικός γραμματέας της Ε.Π.Ο.Ν. Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, βρέθηκε ακέφαλος μέσα… σε ένα βαρέλι…

Το κεφάλι του το χρησιμοποιήσανε σαν μπάλα ποδοσφαίρου πριν το αναρτήσουν σε έναν πάσαλο στην κεντρική πλατεία Φουάτ της πόλης, οι πανηγυρίζοντες Μάηδες και Χίτες, σημερινοί μεγαλοεπιχειρηματίες της Καβάλας…

Παρ’ όλα αυτά… (α ναι) για των λόγων μου το αληθές, τα γεγονότα που αναφέρω, τα περιγράφει ο Γάλλος συγγραφέας Ντομινίκ Εντ στο βιβλίο του «Οι καπετάνιοι – Άρης Βελουχιώτης»…

Παρ’ όλα αυτά, αν και σήμερα η μοναδική μου περιουσία είναι τα ρούχα που φοράω, αν και οιονεί άεργος, άπορος, άστεγος κτλ. Εν τούτοις συμπλήρωσα 55 χρόνια ζωής…

Το σάλιο μου όμως πικρό, στάζει χολή…

Εν τω μέλλοντι και καθ’ οδόν ενδεχομένως περαιτέρω!

Κορνήλιος Α. Λουλούδης

   Τετάρτη 17 Νοέμβρη 2010…

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Τίποτα ο Αριθμός…
Πουθενά η Οδός…
Ζω ενστικτωδώς…
 
Χωρίς ταυτότητα
και πιστοποιητικά,
βιβλιάρια Ι.Κ.Α.
εκλογικό κι ενσήμων,
χωρίς σπίτι
καταθέσεις και δουλειά,
χωρίς ρόδα
μονίμως…Λόρδα,
χωρίς κινητό κι ακίνητο
στρώμα το χαρτόνι
φελιζόλ το μαξιλάρι
η μόνη μου περιουσία
τα ρούχα που φοράω,
κι ένα παλιό ρολόι
απ’ την εποχή του … Μάο!
 
Τίποτα ο Αριθμός…
Πουθενά η Οδός…
Ζω ενστικτωδώς…
 
Ζώης ο Πεθαμένος
 
Στα έξη δισεκατομμύρια
εφτακόσια εκατομμύρια ανθρώπους,
πάνω στον πλανήτη Γη
περιστρέφομαι και εγώ
σαν βελόνα μέσα στ’ άχυρα,
σαν αμμόκοκος, σαν…
ηλιαχτίδα μεσ’ την χαραμάδα!
 
Εγώ ο Ζώης…
Ζω για πλάκα;
Από σύμπτωση;
Τυχαία;
Αποτέλεσμα μιας εφήμερης σεξουαλικής συνεύρεσης;
 
Εγώ ο Πεθαμένος…
Δίπλα μου ένα τσίρκο ολόγυρα πολύχρωμο.
ΓΛΩΣΣΕΣ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ-ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ-ΣΗΜΑΙΕΣ-ΣΥΝΟΡΑ-ΚΤΛ.!
 
Από πού; Πώς; Πού; Πότε; Και γιατί;
Παρασκευή 19-11-2010
 

ΑΛΛΑ ΠΕΖΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ

Παλιότερη δημοσίευση:

 

 

 

 

Το περιοδικό της δεύτερης ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ

 

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ

 

Με τον Κώστα Αποστολίδη γνωρίστηκα τυχαία το 1990 σε γνωστό, σε μερίδα του χώρου των αναρχικών της εποχής, λαϊκό καφενεδάκι  του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, το οποίο βρίσκεται δίπλα σε ένα από τα λίγα βυζαντινά εκκλησάκια που σώζονται ακόμη στο ιστορικό κέντρο. Καθόταν στο ίδιο τραπέζι με έναν (τότε) φίλο μου αναρχικό με τον οποίο είχα γνωριστεί κάποια χρόνια νωρίτερα και σήμερα δραστηριοποιείται στο εξωτερικό. Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα συζήτησα τα του ευρύτερου ανατρεπτικού κοινωνικού κινήματος, όπως είναι άλλωστε η συνήθειά μου να συζητάω πάντα με οποιονδήποτε έχει έστω και μικρή σχέση με το κίνημα αυτό. Έτσι έμαθα ότι υπήρξε μέλος της πρώτης, απ’ όσο ήξερα τουλάχιστον,  αντιρατσιστικής συλλογικότητας στην Ελλάδα, που προέρχονταν και απαρτιζόταν από ανθρώπους της βάσης, δηλ. από άτομα που δεν βρισκόταν σε υψηλό σκαλοπάτι της κοινωνικής ιεραρχίας. Γιατί αντιρατσιστικά σωματεία από πανεπιστημιακούς, δικηγόρους, δημοσιογράφους και άλλους υψηλά ιστάμενους, με την μορφή μη κυβερνητικών οργανώσεων, υπήρχαν και πριν, όπως πάντα υπάρχουν ανάλογες ομαδοποιήσεις με τέτοιο «καλό» κόσμο για οποιοδήποτε κοινωνική δυσλειτουργία. Παλιότερα, αυτά τα σωματεία είχαν την μορφή φιλανθρωπικών οργανώσεων και απαρτιζόντουσαν κυρίως από γυναίκες των ανώτερων τάξεων.

Αυτή η συλλογικότητα λεγόταν «Επιτροπή για τα δικαιώματα των ξένων εργατών και των μειονοτήτων» και εμφανίστηκε με ένα θαυμάσιο περιοδικάκι το 1987. Απαρτιζόταν από ακροαριστερούς της εποχής και όχι αναρχικούς, όπως ήταν αναμενόμενο, γιατί οι τελευταίοι, σαν πολιτική επιβίωση ενός μεγάλου και ηρωικού κινήματος που είχε χιλιαστικά χαρακτηριστικά (δηλ. περίμενε την επικράτηση της αναρχίας μέσα σε λίγα χρόνια, όπως άλλοι περίμεναν την επικράτηση του κομμουνισμού), αναγάγανε την επίλυση των επιμέρους κοινωνικών προβλημάτων στην μετά την κατάρρευση του καπιταλισμού εποχή, όπως κάνανε και τα μέλη και οι οπαδοί της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Ένα «επιφανές» μέλος της συλλογικότητας αυτής υπήρξε και ο σήμερα «επιφανής» στον χώρο του σοσιαλπατριωτισμού Γιώργος Καραμπελιάς, ένας άνθρωπος που και στο παρελθόν είχε επιδείξει και καλά χαρακτηριστικά από κινηματική άποψη,  μεταξύ άλλων είτε σαν κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στα εκτεταμένα επεισόδια της 25ης Μάη 1976 στην Αθήνα είτε σαν μέλος του κινήματος συμπαράστασης σε μένα, την Σοφία Κυρίτση , τον Γιάννη Σκανδάλη και τον Κυριάκο Μοίρα, όσο βρισκόμασταν με βαριές καταδίκες, μετά από δίκες-παρωδίες, στην φυλακή για ασήμαντες κατηγορίες. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι, το 1981, την εποχή που οι σύντροφοι αναρχικοί, με το σύνθημα «ποινικοί πολιτικοί ίδια είναι η φυλακή» και με μια οργάνωση υπεράσπισης των αγώνων των φυλακισμένων υπονομεύανε, χωρίς να το καταλαβαίνουνε, τον σκληρό αγώνα που κάναμε εμείς μέσα στην φυλακή για την απελευθέρωσή μας, ο Γιώργος Καραμπελιάς είχε υποστηρίξει τον πολιτικό χαρακτήρα της φυλάκισής μας και μάλιστα (αν με πληροφόρησαν σωστά) είχε διαβάσει και σε συνέλευση κείμενό μας, όπου προσομοιάζαμε τον αγώνα μας για αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρα  της φυλάκισής μας με τον τότε ταυτόχρονο αγώνα των αγωνιστών του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού. Όπως εμείς, έτσι κι αυτοί, διεκδικούσαν την αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρα της φυλάκισής τους με μακρόχρονες απεργίες πείνας, από τις οποίες πέθαναν 10 από αυτούς.

Το 1990 που εγώ συναντήθηκα με τον Κώστα, η συλλογικότητα αυτή είχε ήδη πάψει να λειτουργεί. Εγώ, επειδή, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχα διαπιστώσει ότι ο ρατσισμός ήταν το σημαντικότερο κοινωνικό πρόβλημα, δεν έχασα την ευκαιρία και πρότεινα στον Κώστα να ανασυστήσουμε την  «Επιτροπή για τα δικαιώματα των ξένων εργατών και των μειονοτήτων». Ο Κώστας δέχτηκε και μαζί με τον γνωστό μου αναρχικό, την Σοφία και κάποια άλλα παιδιά καταφέραμε, με πολύ κόπο και προσπάθεια και μετά από πολλές συζητήσεις να ανασυστήσουμε την Επιτροπή. Μαζευόμασταν, θυμάμαι, για τις συζητήσεις μας σε ένα πολύ ωραίo μαγαζί που λεγόταν «Τζαμάικα ρέγγε κλαμπ» και στην κατάληψη της Χέυδεν (Villa Amalias).

Για να μην πολυλογώ και αυτό το μικρό εισαγωγικό σημείωμα μετατραπεί σε ιστορία των κοινωνικών αγώνων, στους οποίους έχω συμμετάσχει, αυτή η συλλογικότητα κατάφερε και εξέδωσε κι αυτή περιοδικάκι με την μορφή που είχε το περιοδικάκι της πρώτης Επιτροπής και συμμετείχε και στο διήμερο «Να πάρουμε την πόλη» που είχαν οργανώσει διάφορες, αναρχικές, κυρίως, συλλογικότητες στο Πεδίο του Άρεως, το 1991, με προβολή από μας ντοκιμαντέρ για τους ξένους εργαζόμενους στην Ελλάδα και ταινία για τον θάνατο Χιλιανού μετανάστη, που τον πάτησε ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος (μετέπειτα «Μετρό») καθώς, κατεβαίνοντας στις γραμμές, είχε επιχειρήσει να ξεφύγει από το μανιασμένο πλήθος που τον κυνηγούσε σαν υπεύθυνο κλοπής πορτοφολιού. Αυτές υπήρξαν οι πιο σημαντικές, μεταξύ άλλων, μικρότερης αποτελεσματικότητας, δραστηριότητες. Ένας από τους βασικούς σκοπούς μας ήταν να ευαισθητοποιήσουμε και τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο, που μέχρι τότε κώφευε σε αυτό το θέμα. Κι αν δεν το καταφέραμε, όπως δεν καταφέραμε να εντάξουμε στις γραμμές μας τους μετανάστες που βοήθησαν στην μετάφραση των προκηρύξεών μας σε διάφορες γλώσσες ομιλούμενες από μετανάστες, είδαμε, τουλάχιστον, να εντάσσεται στον αντιρατσιστικό αγώνα το μετέπειτα «Δίκτυο για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα», το οποίο έκτοτε ανέλαβε εργολαβικά την υπεράσπιση των μεταναστών, ενώ μέχρι τότε ασχολούνταν κυρίως με την υπεράσπιση όσων συλλαμβανόντουσαν σαν τρομομοκράτες, Ελλήνων και ξένων. Τότε δεν λεγότανε «Δίκτυο». Αυτό το γεγονός υπήρξε μια ακόμη επιβεβαίωση της προερχόμενης από την πείρα μου άποψης ότι τίποτα δεν πάει χαμένο, όσο και μικρή και άγνωστη στο ευρύ κοινό κι αν φαίνεται η συμβολή του στον αγώνα για ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη.

Από το περιοδικάκι που βγάλαμε τότε αναδημοσιεύω ένα κείμενο του Κώστα και ένα πρόσφατο πολύ ωραίο ιταλικό ποίημα του, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στην πολυετή φιλία μας και στην τότε, πρωτοπόρα για τα ελληνικά δεδομένα, πολιτική συνεργασία μας.

 

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

 

Μέχρι τώρα γράφτηκαν άρθρα, έγιναν αναφορές για το θέμα των ξένων στην χώρα μας δίνοντας βαρύτητα:

-         στον ερχομό τους (τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν από την στιγμή που εγκατέλειψαν τη χώρα τους μέχρι την είσοδό τους στη χώρα μας)

-         τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στο τόπο μας

-         την εχθρότητα και την καταστολή του κράτους (εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας, κακή συμπεριφορά των κατά τόπους επιθεωρήσεων εργασίας και του κέντρου Αλλοδαπών, ξυλοδαρμοί-βιασμοί-απελάσεις) που καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και εξαφανίζουν σχεδόν τα υποτυπώδη ανθρώπινα δικαιώματα αν υπάρχουν και εκεί όπου υπάρχουν

-         την επιφυλακτική αποδοχή(;) και σχεδόν ανοχή από την ελληνική κοινωνία μέρους του ξένου εργατικού δυναμικού (ιδίως των Πολωνών λόγω Ευρωπαϊκής προέλευσης και των οικιακών υπηρεσιών που παρέχουν οι Φιλιππινέζες και τώρα τελευταία οι κοπέλες από την πρώην Κεϋλάνη και τωρινή Σρι-Λάνκα)

-         τις σχέσεις μεταξύ τους, με τους άλλους ξένους και τους Έλληνες

-         την σκανδαλοθηρική αντιμετώπισή τους σχεδόν από μεγάλη μερίδα του τύπου (σε περίπτωση φόνου, διαπληκτισμού, θανάτου, τότε ξυπνάει το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον κάποιων ανθρώπων και αναφέρονται στην εγκατάσταση και τα προβλήματα των μεταναστών επιφανειακά γιατί εκτός από κοινωνικό το ζήτημα είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ)

Μ’ αυτές τις αναφορές κλείνει ή φαίνεται να κλείνει μια σελίδα μ’ αυτό το ζήτημα (εκτός εάν μερικοί επαγγελματίες εξακολουθούν να επιμένουν να ασκούν το επάγγελμά τους με υπερβάλλοντα ζήλο).

Γυρνώντας σελίδα και προχωρώντας μπορούμε να δούμε μερικά πρακτικά θέματα που μπορούν να γίνουν: όπως η ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ από το σύνολο των ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ, ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΩΝ και των αντίστοιχων κέντρων (ΕΚΑ, ΕΚΠ, κ.α.) της ΥΠΟΘΕΣΗΣ των ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ, μέσα από Γ.Σ. και συνέδρια, κατοχυρώνοντας (με άδεια εργασίας και παραμονής απεριόριστη) τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις (σύμβαση της Ρώμης που την υπέγραψε και η Ελλάδα) και το σύνταγμα της χώρας. Δηλ. με λίγα λόγια η εργατική τάξη στην Ελλάδα δεν μπορεί να μιλάει και να διακηρύσσει την συμπαράστασή της και την αλληλεγγύη με την ΔΙΕΘΝΗ, όταν ένα κομμάτι της στο τόπο της αιμορραγεί και την εκθέτει ανεπανόρθωτα. Πρόκειται για μια τακτική, πολιτική, θα ’λεγα καλύτερα, εθελοτυφλίας, που ευδοκιμεί όπως φαίνεται σε χώρες με μεσογειακά κλίματα. Χώρες όπως η ΙΤΑΛΙΑ, ΓΑΛΛΙΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΣΟΥΗΔΙΑ, ΟΛΛΑΝΔΙΑ, αναγκάσθηκαν να παραχωρήσουν προνόμια και κατοχύρωσαν δικαιώματα στους αλλοδαπούς, στους ίδιους και τις οικογένειές τους, ιδίως σε εκείνους που προέρχονται από τον τρίτο κόσμο –που είναι η πλειοψηφία- στηρίζοντας τους, αρκεί να ξεπεράσουν την 5ετή παραμονή στις χώρες αυτές, αντίθετα με τη χώρα μας που απαιτεί από τον ξένο το maximum παραμονή 5 χρόνια, γιατί αλλιώς δημιουργεί ανεργία. Σύμφωνα με εγκύκλιο που κυκλοφόρησε πρόσφατα το Υπουργείο Εργασίας, εκτός του ότι ορίζει το χρόνο παραμονής των αλλοδαπών στη χώρα μας, ορίζει και τα επαγγέλματα όπου μπορούν να εργαστούν, όπως: βουστάσια, χοιροστάσια, ανθοκομεία. Η δικιολογία που ακούγεται και γράφεται ότι ποτέ στην Ελλάδα το ξένο εργατικό δυναμικό δεν ήταν μεγάλο για να μπορέσει να συγκροτήσει δικό του συνδικάτο ισχυρό, μέσα από το οποίο να μπορέσει να διεκδικήσει και να κατοχυρώσει τα δικαιώματά του, όπως συμβαίνει σ’ άλλες αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία), και επίσης ότι ήταν παροδικό, χρησιμοποιώντας τη χώρα μας προσωρινά πριν μεταναστεύσει στην επιθυμούμενη χώρα, σχετίζεται με εικόνες και σκηνές που έρχονται στο μυαλό μας, και που είναι ακόμα αποτυπωμένες σε φωτογραφίες, προκηρύξεις, εφημερίδες, αφίσες, κινηματογραφικές ταινίες, που επιβεβαιώνουν και φανερώνουν την αγωνία, τον φόβο και την αβεβαιότητα των ανθρώπων, που παλιότερα και σ’ άλλες εποχές, εγκατέλειπαν την χώρα μας και μαζικά μετανάστευαν σε χώρες που είχαν ανάγκη από φτηνά εργατικά χέρια. Τώρα που η χώρα μας, ιδίως τα τελευταία 10-15 χρόνια, είναι αποδέκτης ξένου μεταναστευτικού δυναμικού, πως θα συμπεριφερθούν, άραγε, οργανώσεις, συνδικάτα και κράτος; Έχει υποχρέωση, τουλάχιστον η τάξη των εργαζομένων, να τους αντιμετωπίσει, όχι πια σαν ανταγωνιστές, που προκαλούν την ανεργία και το ρίξιμο του μεροκάματου, αλλά σαν ισότιμα μέλη της. Γι’ αυτό πρέπει να παλέψει και ν’ απαιτήσει από κράτος και εργοδότες ίσα δικαιώματα. Την ανεργία, τον πληθωρισμό και τα χαμηλά μεροκάματα, δεν την δημιουργούν οι ξένοι, αλλά ο ίδιος ο καπιταλισμός, που προσπαθώντας να ξεπεράσει την κρίση του δημιουργεί αυτές τις αντιθέσεις.

 

TO ΠΟΙΗΜΑ:

 

 

VERSO LE ORME DEI CONFINI

 

Mari aperti

Terre promesse

Marinai delusi e pirati innocenti

Missionari in cerca di nuovi tesori

Civiltà e culture sacrificate, affondate, sacchieggiate

E impiccate su una croce di legno.

Dovè il paradiso? Quale paradiso?

 

Non è la vita ma il silenzio

Che domina il paradiso

Senza sorriso

Senza pietà

Senza questa volta la realtà.

Dov è il paradiso? Quale paradiso?

 

Aventure ai nuovi vecchi segni

Glorie perdute nei boschi del mondo

Miniere sconosciute e luoghi deserti

Amori delusi e storie infinite.

Dov’ è il paradiso? Quale paradiso?

 

Mari inquinati e menti rapinate

Coscienze squilibrate e desideri  amari

Scienza, torture storia e memorie

Religioni arrabiate come canzoni.

Dov’ è il paradiso? Quale paradiso?  

 

Teatro stradale e tragedie quotidiane

Nuove tecnologie e strategie tecniche

Servizi impossibili e avvenire incerto

Illuminati poteri e guerre per interessi.

Dov’ è il paradiso? Quale paradiso?

 

Crociate infinite

E nuove invasioni

In liquido operazioni

Ai limiti delle aree

Nude per orazione ricevuta.

Dov’ è il paradiso? Quale paradiso?

 

Brivido, rosa dei venti

Compromessi storici

Sogni scaduti

Adolescenza perduta.

Dov’ è il paradiso? Quale paradiso?

 

Vivere per vivere

Circondato d’ una società

Con pregiudizzi, vere e proprie

Discriminazioni,

Firmato protocollo con norme sopravivenza,

Vanita e odio,

Sottuna grandezza ironica,

Intollerante, indecente e

Presunziata e a volte assai cupida.

Dov’ è il paradiso? Quale paradiso?

  

 

 

 

Παλιότερη δημοσίευση:

 

 

ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟ:

 

AΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΣΣΩΝ

 

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

2. ΒΕΡΑ ΖΑΣΟΥΛΙΤΣ

3. ΟΛΓΑ ΛΙΟΥΜΠΑΤΟΒΙΤΣ

4. ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΒΑΛΣΚΑΓΙΑ

 

 

 

Παλιότερη δημοσίευση:

 

 ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

 

Άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 'Ιδεοδρόμιο' το 1992.  

Σήμερα θάψανε στο πρώτο νεκροταφείο το πτώμα του   Νίκου Ζαχαριάδη, που μόλις χτες ή προχτές φέρανε από την Ρωσία. Και δεν λέω Σοβιετική 'Ενωση, γιατί κι αυτή πριν τρεις μέρες έπαψε να υφίσταται. Διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη. Μόνο το πτώμα του Ζαχαριάδη μένει αδιάλυτο προς το παρόν, παρ' όλο που από τότε που τον αυτοκτονήσανε οι σύντροφοί του έχουν περάσει δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Κι αυτό γιατί ήταν θαμμένο στη Σιβηρία, όπου το χώμα είναι παγωμένο και λειτουργεί σαν κατάψυξη ψυγείου. Κι έτσι η περιπέτεια του αδιαφιλονίκητου ηγέτη των Ελλήνων κομμουνιστών κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949 έλαβε τέλος. Το ιστορικό παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι προτού τελειώσει η δική του περιπέτεια τελείωσε αυτό για το οποίο αγωνίστηκε και εξ αιτίας αυτού του αγώνα χάσανε την ζωή τους εκατοντάδες χιλιάδες 'Ελληνες. Τελείωσε το κοινωνικό καθεστώς του σοσιαλισμού στην ίδια την χώρα όπου για πρώτη φορά εγκαθιδρύθηκε. Λες και όλα αυτά τα δεκαοχτώ χρόνια το πτώμα δεν έλειωνε γιατί ο Ζαχαριάδης είχε βρυκολακιάσει και εκδικιότανε το κοινωνικό καθεστώς για το οποίο αγωνίστηκε και το οποίο, αντί να τον ανταμείψει, τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Και αφού το κοινωνικό αυτό καθεστώς κατέρρευσε, ο βρυκόλακας ήρθε πίσω στην Ελλάδα για να αναπαυθεί οριστικά.

  Μια-δυό βδομάδες πριν από τα κοσμοϊστορικά αυτά γεγονότα τελείωσα το διάβασμα του πρώτου, και μάλλον και τελευταίου, κειμένου του Νίκου Ζαχαριάδη: Την Εισήγησή του στην Τρίτη Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε., το 1950, πρώτη μάζωξη της ηγεσίας του κόμματος, μετά την ήττα του στρατού του, του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στο Γράμμο και στο Βίτσι το 1949. Τότε ο Ζαχαριάδης, μολονότι έφερνε το βάρος της ήττας, ήτανε στις δόξες του, γιατί είχε από πίσω του ολόκληρη Σοβιετική 'Ενωση, και μάλιστα τον ίδιο τον Στάλιν, για να του εξασφαλίζει, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Ε., αξίωμα που για το κόμμα του του εξασφάλιζε εξουσίες απόλυτου μονάρχη. Φυσικό επόμενο η εισήγηση αυτή, ενισχυμένη και με τις εισηγήσεις των μαντρόσκυλών του Μπαρτζιώτα, Βλαντά και Γούσια, να γίνει δεκτή από την Συνδιάσκεψη και να αποτελέσει την βάση της απόφασής της.

  'Ομως πώς και γιατί έφτασα να ασχοληθώ τόσο αργά με τα κείμενα μιας ιστορικής φιγούρας τέτοιου μεγέθους, όπως ήταν ο Ζαχαριάδης; Εγώ που έχω ανακατευτεί τόσο πολύ με την δημόσια ζωή της χώρας, που πέρασα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου φυλακισμένος, γιατί αγωνίστηκα για τον κομμουνισμό με ελευθερία, δηλ. για την Αναρχία; Αυτό το γεγονός, όμως, δεν αποτελεί καθόλου ιστορικό παράδοξο. Είναι λογική συνέπεια μιας παιδείας που είτε μέσα από την οικογένεια, είτε μέσα από το σχολείο, είτε μέσα από το κοινωνικό μου περιβάλλον, με είχε κάνει να θεωρώ τον Νίκο Ζαχαριάδη σαν μη γεγονός. 'Οχι ότι δεν είχα ακούσει για την ύπαρξή του. Ούτε ότι δεν είχα ακούσει για το αξίωμα και για τον ιστορικό του ρόλο. Απλά με έμαθαν ότι η ενασχόληση με αυτό το πρόσωπο είταν χάσιμο χρόνου. 'Οπως, π.χ. το να ασχολούμαι με τον Χαρίλαο Τρικούπη που και γι αυτόν είχα ακούσει ότι ήταν ιστορική φυσιογνωμία πρώτου μεγέθους. Γιατί όμως όλα αυτά, την στιγμή που όταν εγώ ήμουν 17 χρονών ο Ζαχαριάδης ζούσε ακόμα; Γιατί εγώ το 1973 που ζούσε ακόμα ο Ζαχαριάδης, ούτε ήξερα αν ζούσε, ούτε που ζούσε, ούτε είχα το παραμικρό ενδιαφέρον να μάθω, παρ' όλο που τότε πήγαινα στην πέμπτη ταξη του εξατάξιου γυμνάσιου (σημερινή δευτέρα Λυκείου), και είχα ήδη διαβάσει Μαξ Νορντάου (Τα κατά συνθήκην ψεύδη) και Μαρξ. Και θα διάβαζα και Λένιν αλλά δεν ήξερα που να τα βρω τα βιβλία του, γιατί ήτανε ακόμα δικτατορία και δεν κυκλοφορούσανε. Αυτά τα ερωτήματα με κάνανε και γράφω αυτό το αυτοβιογραφικό και κοινωνιογραφικό σημείωμα.

  Δυστυχώς ο πατέρας μου υπήρξε πολύ κοινότυπος τύπος. 'Ητανε ένας από αυτές τις εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων που, κατά την διάρκεια της κατοχής της Ελλάδας από τους Γερμανούς, αγωνίστηκε στις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ., και επειδή δεν θέλησε, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και την υποδούλωση στους Εγγλέζους, να αναλάβει για το Κ.Κ.Ε. καθήκοντα, σαν και αυτά που σήμερα αναλαμβάνει για το Ελληνικό κράτος η ΕΛ.ΑΣ., βρέθηκε έξω από τις γραμμές του Κ.Κ.Ε. και του Δ.Σ.Ε. Καί, όπως και η πλειοψηφία των ομοίων του, και έξω από την φυλακή ή τον τάφο, και έξω από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου κατέφυγαν τα υπολείμματα του Δ.Σ.Ε. Αλλά, όμως, μέσα στην Ελλάδα και την κοινωνία της. Ο αδελφός του που δεν ακολούθησε το παράδειγμά του και έμεινε μέσα στις γραμμές του κόμματος, βρέθηκε μέσα στην φυλακή λόγω μέσου. Και λέω ότι τότε χρειάστηκε να μπει μέσο στη μέση για να καταδικαστεί μόνο σε είκοσι χρόνια φυλακή, γιατί η πλειοψηφία των συντρόφων του συγκατηγορουμένων του καταδικάστηκε σε θάνατο.

  Και τι έκανε, λοιπόν, ο πατέρας μου όταν βρέθηκε μέσα στην Ελληνική κοινωνία γυμνός από πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, που τότε ήταν απαραίτητα για να σε προσλάβουν ακόμη και για φύλακα στις τουαλέτες του δήμου; Βρήκε καταφύγιο στους επιχειρηματίες που ήτανε, ακόμη και τότε, πιο προοδευτικοί από το κράτος και αφού δούλεψε γι αυτούς ένα διάστημα, έβαλε στόχο να τους μοιάσει και τα κατάφερε. 'Εγινε κι αυτός επιχειρηματίας και εφάρμοσε την Πολιτική Οικονομία για ίδιον ώφελος, κάτι που τότε, την δεκαετία του '50, αποτελούσε το όνειρο σχεδόν όλων των αριστερών που δεν βρισκόντουσαν ούτε στη φυλακή, ούτε στην εξορία, ούτε στις Ανατολικές χώρες. Κάτι που αποτέλεσε και όνειρο σχεδόν όλων των αριστεριστών της δεκαετίας του '70, όμως πολλοί από αυτούς το εγκαταλείψανε για την σιγουριά μιας θεσούλας στο σοσιαλιστικό κράτος του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

  Τι μαθαίνανε οι άνθρωποι σαν τον πατέρα μου στα παιδιά τους για τον Εμφύλιο, τους κομμουνιστές και τον Ζαχαριάδη, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του '60; 'Ο,τι τους μαθαίνανε και για την ερωτική πράξη. Δηλαδή τίποτα. O κόσμος της Ελληνικής Οικογένειας της δεκαετίας του '60 ήτανε τόσο κλειστός απέναντι στη τότε πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας που σε έκανε να πιστεύεις ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοια ιστορία, αλλά και άν υπήρξε αφορούσε μια ασήμαντη μειοψηφία φανατικών, όπως θεωρούνται σήμερα οι αναρχικοί. Κι αν πήγαινες κάτι να ρωτήσεις ή να μάθεις, σου δίνανε να καταλάβεις ότι αυτά τα πράματα δεν είναι για την ηλικία σου και, συν τοις άλλοις, ήτανε και επικίνδυνο να μιλάς γι αυτά. Γιατί; Γιατί κάτι τέτοιο δεν άρεσε στην αστυνομία. 'Εναν θεσμό μπαμπούλα του Ελληνικού λαού. Εκείνη την εποχή οι μανάδες για να αναγκάσουν τα παιδιά να φάνε το φαϊ τους, τα απειλούσανε ότι άν δεν φάνε θα φωνάξουν τον χωροφύλακα. Αυτή ήταν η ΕΛ.ΑΣ. και η ΕΛΛΑΣ της εποχής εκείνης και σ' αυτό το οικογενειακό περιβάλλον μεγαλώνανε τα παιδιά των πρώην στρατιωτών του Ε.Λ.Α.Σ.

  Κι όμως η κατάσταση στο σχολείο ήταν ακόμα χειρότερη. Εκεί όχι μόνο δεν σου μαθαίνανε την πρόσφατη ιστορία, ιστορία που συνεχιζόταν ακόμη γιατί χιλιάδες κομμουνιστές ήτανε ακόμα στις φυλακές, στις εξορίες και στις Ανατολικές χώρες, αλλά και αν κάποτε οι δασκάλοι ή οι καθηγητές αναγκαζόντουσαν να μιλήσουν γι αυτήν, σου μιλάγανε για τους κομμουνιστοσυμμορίτες (έτσι τους μαθαίνανε στα παιδιά) με μια τέτοια συστολή, ντροπή και αηδία, λές και σου μιλάγανε για την ερωτική πράξη με την γυναίκα τους ή τον άντρα τους. Κάτι για το οποίο δεν ήθελαν ποτέ να μιλάνε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα περιστατικό που μου συνέβη όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού. 'Επαιζα πόλεμο με ένα συμμαθητή μου, ζωγραφίζοντας και οι δύο στο ίδιο μπλοκ πολεμικά καράβια και αεροπλάνα, από τα οποία έφευγαν βολές και κατέληγαν στα καράβια και στα αεροπλάνα του αντιπάλου. 'Ομως τα καράβια και τα αεροπλάνα έπρεπε να έχουν εθνικότητα, γιατί χωρίς εθνικότητα ο πόλεμος έχανε το νόημά του. Ο συμμαθητής μου, μια που ο πατέρας του ήταν ταγματάρχης, είχε επιλέξει σαν εθνικότητα των καραβιών του και των αεροπλάνων του την Αμερικάνικη και εγώ, ίσως γιατί πάντα έπαιρνα το μέρος των συκοφαντούμενων, την Ρώσικη. Αποτέλεσμα: Ο συμμαθητής μου ανέφερε το έγκλημά μου στην δασκάλα και αυτή με φώναξε ιδιαιτέρως και με ανέκρινε για να μάθει γιατί είχα διαλέξει να υποστηρίζω στο παιχνίδι την Ρωσία. 'Οταν διαπίστωσε ότι το έκανα χωρίς να ξέρω ότι διαπράττω έγκλημα, δηλ. ότι δεν υπήρχε δόλος, μου είπε να μην το ξανακάνω και να προσέχω μην βρω το μπελά μου. Εγώ, βέβαια, είχα διδαχθεί να δέχομαι τις απόψεις των δασκάλων σαν αυταπόδειχτες αλήθειες και γι αυτό δεν ζήτησα εξηγήσεις. Και να φανταστεί κανείς ότι το σχολείο ήταν ιδιωτικό, γεγονός που μας παρείχε πολύ περισσότερες ελευθερίες απ' όσες παρείχαν τα δημόσια.

  'Ολα αυτά γινόντουσαν πριν από την δικτατορία. Επί 'δημοκρατίας' Γεωργίου Παπανδρέου. 'Οταν μπήκα στο γυμνάσιο είχε προλάβει να εγκαθιδρυθεί η δικτατορία της 21ης Απριλίου, και αυτό μου κόστισε εξετάσεις προκειμένου να μπω στο γυμνάσιο. Ο Παπανδρέου τις είχε καταργήσει γιατί είχε κάνει την υποχρεωτική εκπαίδευση εννιάχρονη. Αφού, λοιπόν, είχαμε δικτατορία, που σύμφωνα με τα λεγόμενα των στρατιωτικών που την κάνανε, έγινε για να σωθεί η Ελλάδα από τον κομμουνισμό, φαντάζεται κανένας τί ακούγαμε στο γυμνάσιο για τους κομμουνιστοσυμμορίτες. Βέβαια και εδώ ίσχυε το ίδιο. Οι καθηγητές δεν μιλούσαν καθόλου για τον Εμφύλιο, όπως δεν μιλούσαν και για την σεξουαλικότητα. Μόνο σε κάθε επέτειο της 21ης Απριλίου βγάζανε λόγους κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών, αλλά οι μαθητές ποτέ δεν ακούνε λόγους όταν τους έχουν μαζεμένους στην αυλή του σχολείου. Μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους και έτσι ο καθηγητής ρήτορας αυτός τα λέει, αυτός τα ακούει. 'Αλλωστε, το τελευταίο πράγμα που ενδιέφερε τους μαθητές ήταν η πολιτική. Και πώς να τους ενδιαφέρει, αφού αυτούς δεν τους ρωτούσε κανείς για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, και μάλιστα το να μιλάει κανείς για πολιτική ήταν επικίνδυνο;

  'Οταν έπεσε η δικτατορία, τον Ζαχαριάδη τον είχανε ήδη στείλει στον 'Αδη. 'Ηταν τόσο γκαντέμης που δεν πρόλαβε να γυρίσει στην 'ελεύθερη' Ελλάδα της μεταπολίτευσης, με νομιμοποιημένο το κομμουνιστικό κόμμα, για κάτι μήνες. Μάλιστα τον Αύγουστο του '73 που αυτοκτόνησε, ο Παπαδόπουλος είχε δώσει αμνηστεία σ' όλους τους πολιτικούς κρατούμενους. Ακόμη και στον παρ' ολίγο δολοφόνο του, τον Αλέξανδρο Παναγούλη. Βέβαια, εκεί στη Σιβηρία που τον είχανε στείλει οι σύντροφοί του, αμφιβάλλω αν μάθαινε τι γινόταν στην Ελλάδα από μέρα σε μέρα. Αν δεν είχε αυτοκτονήσει και είχε γυρίσει στην Ελλάδα, θα μπορούσε τώρα να είναι άνετα και βουλευτής με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή, γιατί όχι, με την Νέα Δημοκρατία, όπως ο Θεοδωράκης. 'Ομως, όπως και νά 'χει, ο Ζαχαριάδης ήδη από το '56 είχε φάει κλωτσιά, και από τον θρόνο του Γενικού Γραμματέα βρέθηκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και οι κομμουνιστές όταν σε νικήσουν πολιτικά σε διαγράφουν και από την ιστορία του κόμματος, ή σου αναγνωρίζουν έναν χαφιέδικο ρόλο. Ο Ζαχαριάδης από άποψη ιστοριογραφίας των συντρόφων του είχε την τύχη του Τρότσκυ, του Τρότσκυ του οποίου τους οπαδούς ο ίδιος εξόντωσε με τον πιο αμείλικτο τρόπο. Αποτέλεσμα: Κατά την μεταπολίτευση, όπως και όλα τα επόμενα χρόνια σχεδόν κανείς δεν μιλούσε γι αυτόν. Οι μόνοι που μιλούσαν γι αυτόν ήταν οι λάτρεις του Στάλιν μαοϊκοί, που στην δεκαετία του '70 είχαν μεγάλη δύναμη, σε σχέση με άλλες αριστερίστικες ομαδούλες. Εγώ, αν και είχα κάποιες γνωριμίες με μαοϊκούς, δεν υπήρξα ποτέ Σταλινικός, με συνέπεια ακολουθώντας την πλειοψηφία είχα αποδεχτεί τον Ζαχαριάδη σαν αμελητέο γεγονός.

  Τι συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κανείς από τα παραπάνω, που δίνουν μια λίγο-πολύ ακριβή εικόνα για το πώς οι 'Ελληνες διδάσκονται την ιστορία τους; Εγώ βλέπω απλά ότι οι 'Ελληνες ούτε διδάσκονται την πρόσφατη ιστορία της χώρας τους, ούτε τους ενδιαφέρει. Και σ' αυτό συνυπεύθυνοι είναι και οι λεγόμενοι δεξιοί και οι λεγόμενοι αριστεροί. Και οι δύο παρατάξεις συνεργάζονται στενά για να κυριαρχεί στον κόσμο η λήθη, γιατί αυτοί που διευθύνουν την κοινωνία θέλουν έναν κόσμο χωρίς μνήμη. Γιατί η μνήμη δεν είναι μόνο μνήμη γεγονότων αλλά και μνήμη προσώπων που έχουν λάβει μέρος στα γεγονότα αυτά. Και επειδή αυτά τα γεγονότα μυρίζουν έγκλημα, αυτοί που συμμετείχαν στα γεγονότα αυτά και σήμερα ακόμα καταλαμβάνουν οι ίδιοι, ή τα παιδιά τους, διευθυντικά πόστα σ'αυτήν την κοινωνία, έχουν κάθε συμφέρον, σαν εγκληματίες που είναι, το έγκλημά τους να αποσιωπηθεί.

  'Ετσι δεν έμαθα, ούτε ενδιαφέρθηκα, στο παρελθόν, να μάθω για τον Νίκο Ζαχαριάδη και τον Εμφύλιο Πόλεμο της Ελλάδας, όπως δεν μαθαίνουν, ούτε ενδιαφέρονται τα σημερινά παιδιά να μάθουν για τον Παπαδόπουλο και την εφτάχρονη στρατιωτική δικτατορία 1967-1974.

28-12-1991

Παλιότερη δημοσίευση:

Γράμμα προς την δικηγόρο Ελένη Δημουλέα από τον Φίλιππα Κυρίτση, όταν νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού μετά από αναγκαστική σίτιση στην οποία υποβλήθηκε στις Φυλακές της Αίγινας τον Μάη του 1979.

 Το γράμμα αυτό κατακρατήθηκε από την διεύθυνση του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού και δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του, με αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ποτέ μήνυση στους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς αυτού του ιατρικού εγκλήματος, ενός από τα πολλά για τα οποία ενέχονται γιατροί των φυλακών και του νοσοκομείου τους. Το γράμμα αυτό δίνεται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα.

                                                                                                      Κορυδαλλός 9-5-1979

Αγαπητή Ελένη:

Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σε πληροφορήσω για μια σειρά από περιστατικά που αναφέρονται στην τελευταία απεργία πείνας μου, 26-4-1979 έως 8-5-1979.

Η απεργία πείνας μου άρχισε στις 26-4-79, μετά από ένα ακόμα κρούσμα άνισης μεταχείρισης σε βάρος πολιτικών κρατουμένων. Συγκεκριμένα την Τετάρτη 25-4-1979 το απόγεμα, εγώ και ο συγκρατούμενος Γιώργος Γιόκαρης ζητήσαμε να μας βάλουν στον ίδιο θάλαμο, ή τουλάχιστον στην ίδια αχτίνα. Ο διευθυντής μας αρνήθηκε χωρίς να μας δικιολογήσει την άρνηση του. Όταν του αντέτεινα ότι οι χουντικοί είναι όλοι μαζί, μου απάντησε ότι δεν είναι όλοι μαζί, γιατί και αυτός «χούντα είναι», κι όμως δεν είναι μαζί τους, στην πέμπτη αχτίνα. Την επόμενη μέρα Πέμπτη 26-4-1979 ξεκίνησα απεργία πείνας, διαμαρτυρόμενος για την συνεχιζόμενη και εντεινόμενη κακομεταχείριση του Γιάννη Σκανδάλη, της Σοφίας Κυρίτση και εμένα, στέλνοντας σχετικό τηλεγράφημα στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.

Την έβδομη μέρα της απεργίας, 2-5-1979 το απόγευμα, από το πειθαρχείο, όπου με είχανε κλεισμένο στις 7 αυτές μέρες, με οδήγησαν στο αναρρωτήριο και μου δήλωσαν ότι, αν δεν σπάσω την απεργία, θα μου κάνουν αναγκαστική σίτιση με ορό. Όταν διαμαρτυρήθηκα και τους είπα ότι κάτι τέτοιο είναι παράνομο, χωρίς την σχετική εντολή του Υπουργείου ή του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο γιατρός Ρεκλείτης, παρουσία του αρχιφύλακα Χ. Τομαζίδη και του υπαρχιφύλακα Δεληγιάννη, με μπάτσισε στο πρόσωπο πετώντας μου τα γυαλιά και μου είπε: “Άει στο διάολο καθίκι που δεν θα κάνεις ορό». Μετά παλεύοντας με οδηγήσανε στο κρεβάτι, μου δέσανε πάνω στο κρεβάτι τα χέρια με χειροπέδες και τα πόδια με γάζες, και κρατώντας με πολλοί φύλακες από τα μαλλιά, τα χέρια και τα πόδια, μου κάνανε ορό, σπάζοντας μου την φλέβα, όπως μου είπε η μικροβιολόγος του νοσοκομείου κρατουμένων σήμερα.

Την επόμενη μέρα μου κάνανε τα ίδια, και ενώ ήμουνα δεμένος, κακοποιημένος και με την βελόνα στο χέρι (ορός) ήρθε ο διευθυντής και μου είπε ότι έτσι θα με «τιμωρεί» και ακόμα χειρότερα μέχρι να σπάσω την απεργία. Όταν του ζήτησα να επικοινωνήσω με συγγενείς ή τουλάχιστον με δικηγόρους μου, μου είπε ότι, όχι μόνο δεν θα μ’ αφήσει μέχρι να σπάσω την απεργία, αλλά και την επόμενη μέρα «θα μου βάλει το φαΐ από τον κώλο», πράγμα που είναι πιο επώδυνο, και θα με ξεφτιλίσει. Και θα είναι κι’ αυτός μπροστά για να θαυμάσει το κατόρθωμα του.

Πράγματι, την επόμενη μέρα, Παρασκευή 4-5-1979 το απόγεμα, ο γιατρός Ρεκλείτης έβαλε τους φύλακες και μου έκαναν κλύσμα, παρά τις διαμαρτυρίες μου.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο 5-5-1979, ο άλλος γιατρός της Κ.Φ. Αίγινας προσπάθησε  να μου ξανακάνει κλύσμα το πρωί, αλλά μετά από επίμονη πάλη και επικλήσεις μου ότι, όλη την νύχτα στο πειθαρχείο, μου πονούσε  η κοιλιά, με έστειλαν πίσω στο πειθαρχείο, αφού μου σχίσανε το παντελόνι. Τελικά ο ίδιος γιατρός μου έκανε κλύσμα το απόγεμα, βάζοντας πάλι φύλακα να μου το κάνει, όπως έγινε την προηγούμενη μέρα.

Την Δευτέρα 7-5-79 το απόγεμα, με οδήγησαν πάλι από το πειθαρχείο στο αναρρωτήριο, και κάτω από εντολές του γιατρού Ρεκλείτη μου έκαναν πάλι κλύσμα. Αυτός ο γιατρός επανειλημμένα μ’ απείλησε ότι θα με κάνει «μαύρο στο ξύλο».

Τελικά την Τρίτη 8-5-1979 και κάτω από την πίεση της συνεχούς χειροτέρευσης της υγείας μου με έστειλαν στο νοσοκομείο κρατουμένων, μετά από 13 μέρες απεργίας πείνας και πειθαρχείου.

Επειδή η υγεία μου και η ζωή μου κινδυνεύει, εάν αφεθώ στην αυθαιρεσία του διευθυντή και των γιατρών της Κ.Φ. Αίγινας (ο ίδιος ο διευθυντής μου δήλωσε κυνικά ότι δεν πήρε εντολές από κανένα για να μου τα κάνει αυτά, το απόγεμα που μου κάνανε τον δεύτερο ορό), θα παρακαλούσα τα περιστατικά αυτά να δημοσιευτούν με οποιοδήποτε τρόπο, και να υποβληθούν μηνύσεις στον διευθυντή της Κ.Φ. Αίγινας Βασ. Κωσταρά και στους δύο γιατρούς της φυλακής, για κατάχρηση εξουσίας, αναρμοδιότητα, κακοποίηση, εξύβριση (Ρεκλείτης), απειλές κατ’ εξακολούθηση κλπ. Εάν οι γιατροί της Κ.Φ. Αίγινας αφεθούν ανενόχλητοι, κρούσματα χρησιμοποίησης της επιστήμης για σκοπούς κατασταλτικούς θα επαναληφθούν και θα ενταθούν. Ο κίνδυνος από την επιστημονική κακοποίηση είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο από την πρωτόγονη κακοποίηση, αν η πρώτη δεν γνωρίσει φραγμούς.

                            

                             Ειλικρινά δικός σου

                             Φίλιππας Κυρίτσης